Latest Entries »

“Wild Style”, a film of Charlie Aheam featuring Grandmaster Flash

“Unlike all the other genres of music, there are no boundaries”, about hip hop, Grandmaster Flash, 1982

Koyaanisqatsi, 1982

Bizarre Love Triangle-Neo Order

“Why can’t we be ourselves like we were yesterday? Postmodernism was marked by a sense of loss, even destructive venues, but also a radical expansion of possibilities”

“In the permissive, fluid and hypercom dified situation of design today we are still feeling its effects. In that sense, like it or not, we are all postmodern now”.

AMBIGUOUS

UNSETTLING

ECSTATIC

Laurie Anderson using vocoder (voice recorder)

Grace Jones “Revised and Updated”, 1978

photo by: Jean-Paul Goude

Revised and Updated

 

Philippe Starck “Asahi Beer Hall, Tokyo”

 

Philippe Starck

 

Shiro Kuramata “Miss Blanche chair”

Shiro Kuramata

 

Fetish: The Magazine of the Material World

Fetish: The Magazine of the Material World

 

Duan Michals “Mirrors”

Duan Michals "Mirrors"

 

Helmut Newton fashion photographer

Sleepless Nights, 1975-78

 

Richard Prince “Untitled”, 1983

Untitled

 

 

 

 

 

 

 

Luigi.Serafini.-.Codex.Seraphinianus

Written in a thus-far undeciphered alphabetic writing, the Codex Seraphinianus, by the Italian artist, architect and industrial designer Luigi Serafini, appears to be a visual encyclopedia of an unknown world.

LONDON CALLING

central London

central London

Docklands campus

central London

Royal Observatory Greenwich

Emirates Stadium

Stonehenge

Bath

Bath

Thames Barrier Park

St Paul's Cathedral

central London

central London

Antoine and Xenia sketching

O2academy

ICED EARTH CONCERT

ICED EARTH

Canary Wharf

Dinner at Nive's house

Mmm...?

David, Xenia and Nive for tutorials

Oxford field trip

Oxford trip

Studio workshop

Cornus Norman Hadden

Cornus Norman Hadden

CORNUS NORMAN
HADDEN

Μια παράξενη μέρα…

Μπήκε  στο
τραμ στις έντεκα και τέταρτο ακριβώς. Περίμενε ήδη δώδεκα λεπτά στη στάση,
απέναντι από τον τσαγκάρη που ποτέ δεν εμπιστεύτηκε για τα δικά της παπούτσια.
Το τραμ όπως πάντα, όταν καθυστερεί, ήταν γεμάτο κόσμο. Έβλεπε κανείς πλάσματα
από όλα τα μέρη της γης, πολλές φορές ακόμη και από άλλους πλανήτες. Είχε πολλή
ζέστη έξω και κυρίως οι άνθρωποι πήγαιναν ή γύρναγαν από το πρώτο τους
καλοκαιρινό μπάνιο στη θάλασσα. Έτσι όπως ήταν στριμωγμένοι όλοι τους εκεί
μέσα, το μόνο που μπορούσε ίσως να την παρηγορήσει μέχρι να φτάσει στον
προορισμό της ήταν η μουσική που της κρατούσε συντροφιά σε κάθε της διαδρομή.
Μια μουσική που έβγαινε από τα ακουστικά της και ο αέρας που έβγαινε από το
μηχάνημα του κλιματισμού του τραμ. Η ώρα ήταν πια έντεκα και δεκαοχτώ όταν το
κεφάλι της δονίστηκε από την πνιχτή μελωδία της αγαπημένης της μουσικής. Τώρα
έπαιζε δυνατά το “The Captain” από τους The Knife.

Το τραγούδι είναι ιδιαίτερα όμορφο. Κρύβει μια
ομορφιά που μόνο όσοι τη γνωρίζουν μπορούν να την καταλάβουν. Δύσκολα, όμως,
μπορεί κανείς να το καταλάβει. Αυτή το αγαπούσε πραγματικά. Της φανέρωνε έναν
κόσμο μυστηριώδη, στον οποίο ήταν πρωταγωνίστρια. Έναν κόσμο μοναχικό, αλλά
τόσο δυνατό από συναισθήματα και τόσο πλούσιο σε εικόνες. Δεν την ένοιαξε ποτέ
αν ήταν μόνη της στο συγκεκριμένο ταξίδι. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι η
πρωταγωνίστρια, πως ήταν αυτή να οδηγεί τη ζωή της στο δρόμο που ήθελε. Πάντα
πίστευε πως κάθε φορά που άκουγε αυτό το τραγούδι θα φάνταζε πρωταγωνίστρια και
στον κόσμο που επέλεξαν να μοιράζεται και με άλλους.

Δώδεκα και τέταρτο. Το τραμ σταματάει και η
Κόρνους κατεβαίνει με άνεση από αυτό. Ο περισσότερος κόσμος έχει ήδη
αποβιβαστεί σε προηγούμενες στάσεις. Έχει ανυπόφορη ζέστη έξω και τώρα, που ο
κλιματισμός του τραμ δεν της αγγίζει άλλο το σώμα, γίνεται ακόμα πιο έντονη. Η
πόλη κινείται με πολύ έντονους ρυθμούς και οι εικόνες μπροστά της αλλάζουν κάθε
δευτερόλεπτο που περνάει. Συνεχίζει να ακούει τη μουσική της, όμως τώρα αυτή
χάνει τη δύναμη και τη συνοχή της. Δεν είναι πια τόσο επιδραστική όσο ήταν μέσα
στο τραμ. Χρειάζεται πια αρκετή συγκέντρωση για να κινηθεί μέσα στο πλήθος.
Υπάρχει παντού βιασύνη. Όλα τρέχουν, οι άνθρωποι, τα αμάξια, η μουσική, ο
χρόνος. Το μόνο που παραμένει στάσιμο είναι το σκηνικό της πόλης και οι
αδέσποτοι σκύλοι, που νωχελικά αδιαφορούν για τη μάταιη αυτή βιασύνη που δεν
οδηγεί πουθενά στο τέλος.

Ξαφνικά, εκεί που προχωράει, κάποιος την αγγίζει
στην πλάτη. Αναστατώνεται για μια στιγμή, όμως γυρνώντας το κεφάλι της η καρδιά
της πάει και πάλι στη θέση της. Ή μήπως όχι; Είχε πολλά χρόνια να τον δει.
Έμοιαζε τόσο ίδιος με αυτόν που είχε συναντήσει τελευταία φορά πριν πέντε
χρόνια. Κι όμως, ήταν ο ίδιος ιππότης με την ατσαλένια πανοπλία του και το
τεράστιο ακόντιό του στο χέρι.

Σαν να μην πέρασε μια μέρα 1…

Περίμενε με την πορσελάνινη φίλη της στο μεγάλο
αεροδρόμιο για αυτό το ταξίδι της επιστροφής. Ο χώρος αναμονής ήταν πολλά
περισσότερα από ένα απλό δωμάτιο κάπου σε κάποιο αεροδρόμιο. Ήταν δεκάδες
αναμνήσεις και άλλες τόσες προσμονές. Τόσοι φίλοι που θα την αναπολούσαν από
καιρό και τόσοι καινούριοι έρωτες που θα της έκλειναν ξανά το μάτι πονηρά.

Ανέβηκε στο τρένο του μέλλοντός της με προορισμό
την αγαπημένη της πόλη. Είχε ήδη βάλει εμπρός τις μηχανές, όταν ξαφνικά άκουσε
το όνομά της διστακτικά. «Μα πώς είναι δυνατόν; Είμαι σε ξένο κράτος», σκέφτηκε
«και ήδη κάποιος με αναγνωρίζει». Ήταν από τις λίγες φορές που δεν τη
συντρόφευαν τα ακουστικά και η αγαπημένη της μουσική.

Γύρισε και είδε αυτήν! Την είχε γνωρίσει το
περασμένο καλοκαίρι στη θάλασσα. Τι Χαρά! Κατευθυνόταν προς ένα καφέ πάνω στο μαύρο,
κλεμμένο ποδήλατο που είχε απαγάγει από την αγαπημένη της πόλη. Τότε αυτή μαζί
με μια ακόμη φίλη της την ρώτησαν το δρόμο για το ίδιο καφέ. Τους έγνεψε να
ακολουθήσουν. Περπάταγαν τώρα πια, αυτές οι τρεις και το μαύρο ποδήλατο πιο
δίπλα έσερνε και αυτό τις ρόδες του μαζί τους. Συζήτησαν πολύ ώρα, ακόμη ακόμη
κάθισαν και στο ίδιο τραπέζι. Μίλησαν για ταξίδια, για μουσικές, αντάλλαξαν
τηλέφωνα. Βρέθηκαν μια ακόμη φορά στην Αθήνα και αυτό ήταν.

Τι έκπληξη, λοιπόν, μετά από έξι μήνες να
βρίσκονται την ίδια ώρα, στο ίδιο ξένο κράτος, στην ίδια πόλη, στο ίδιο βαγόνι,
για τον ίδιο προορισμό. Αντάμωσαν ακόμη μια φορά. Ψηλά στο κάστρο με θέα το πιο
όμορφο τοπίο του κόσμου της. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ ξανά.

Σαν να μην πέρασε μια μέρα 2…

Ήταν σε διαφορετικά λεωφορεία. Τον είχε δει σε ένα
απόμερο χωριό. Είχαν πάει με τη σχολή της για ένα μάθημα του προγράμματος
σπουδών της. Αυτός ψηλός, αδύνατος και γκριζομάλλης φαινόταν ιδιαίτερα
μοναχικός. Έκρυβε μια μελαγχολία στο πρόσωπό του, αλλά δεν τον έβλεπες ποτέ
λυπημένο. Ήταν πανέμορφος και τόσο διαφορετικός. Τον είχε πρωτοσυναντήσει στο
δρόμο της πριν γνωρίσει την χώρα του. Είχαν ανταλλάξει μόνο δυο κουβέντες, αλλά
σίγουρα μόνο αυτή τον θυμόταν.

Τώρα, δύο χρόνια μετά, ταξίδευε και πάλι η
Κόρνους. Άλλοι άνθρωποι, άλλο βαγόνι, άλλος προορισμός, άλλες συνθήκες, άλλοι
λόγοι, άλλες μουσικές. Τώρα τη συνόδευε το “Masclinenindustry” του Backini.
Προορισμός ένα όμορφο, μικρό χωριό στα βορειοανατολικά σύνορα της χώρας.

Το τοπίο πανέμορφο, η βλάστηση έσφυζε από ζωντάνια
και το κρύο ήταν σίγουρο πως θα έφερνε χιόνι πολύ σύντομα. Και όντως έφερε. Το
είχε ξαναζήσει αυτό το κρύο άλλες δύο φορές, στην αγαπημένη της πόλη και στο
Άμστερνταμ, την ίδια σχεδόν περίοδο. Δεν είχε συνηθίσει τόσο χαμηλές
θερμοκρασίες στη χώρα της και της φαίνονταν όλα τόσο εξωτικά.

Είχε μόλις βγει από το ζεστό της μπάνιο,
επενδυμένο με ξύλο δένδρου που το συναντάς σίγουρα μόνο σε δάση της κεντρικής
Ευρώπης. Έξω από το παράθυρο η θέα των χιονισμένων πεύκων, βουνών, σπιτιών και
αυτοκινήτων έκανε την παρουσία της εκεί ακόμη πιο μαγευτική. Ο ατμός από το
καυτό μπάνιο και ο ατμός από το παγωμένο χιόνι δε διέφεραν ιδιαίτερα.

Δεν κάθισε πολύ στο χωριό. Έπρεπε να συναντήσουν
ένα αγόρι. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκαν στο χιονισμένο αυτοκίνητο, έβαλαν τις
αλυσίδες στις ρόδες και κατευθύνθηκαν προς το χιονισμένο σπίτι, της χιονισμένης
γειτονίας του παράξενου, απρόσμενου φίλου. Ήταν και πάλι αυτός!

Δε φάνηκε να την αναγνωρίζει. Ούτε να την επιθυμεί
ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά την κοίταζε με πολύ προσοχή από πάνω μέχρι κάτω. Μπήκαν
στο αμάξι του και κατευθύνθηκαν προς τη μεγαλύτερη, κεντρική πόλη της περιοχής.

Οι δρόμοι μύριζαν πεύκα και πάγο. Ο ουρανός ήταν
καθαρός και το κρασί καυτό, όπως συνηθίζουν να το πίνουν εκεί. Οι άνθρωποι εκτός
από ιταλικά μίλαγαν και γερμανικά. Κυρίως γερμανικά. Το συνηθίζουν να μιλούν
και γερμανικά εκεί. Βλέπεις, κάποτε μίλαγαν μόνο γερμανικά.

Οι πλατείες έσφυζαν από κόσμο και οι πλανόδιοι
είχαν ήδη από ώρα ανοίξει την πραμάτεια τους για τον κόσμο. Όλα ήταν στολισμένα
και μύριζαν Χριστούγεννα. Άγιες μέρες. Παντού πουλούσαν δώρα, στολίδια και
χειροποίητα γλυκά, ποτά και κατασκευές…και πολύ μαλλί της γριάς. Είχε καιρό η
Κόρνους να φάει μαλλί της γριάς…και δε θα το επιθυμούσε ιδιαίτερα αν δεν ήταν
όλοι τους εκεί, εκείνη της στιγμή, σε εκείνο το μέρος, υπό αυτές τις συνθήκες.

Το κρύο έτσουζε το γυμνό δέρμα. Το κεφάλι της
άρχισε να πονάει. Ήθελε επειγόντως να αγοράσει σκούφο για να ζεσταθεί. Αλλά όχι
οποιονδήποτε σκούφο, μα σκούφο από τη συγκεκριμένη πόλη, τη συγκεκριμένη
στιγμή, διπλά από τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Και το έκανε. Μόνο που ο
σκούφος αυτός της στοίχισε παραπάνω από ότι αρχικά φανταζόταν. Της στοίχισε για
την ακρίβεια έναν χρόνο και έξι μήνες από τη ζωή της. Και το σημαντικότερο… ο
σκούφος αυτός είχε αξία μόνο για ένα δευτερόλεπτο, μετά δεν τον διαφοροποιούσε
απολύτως τίποτα από οποιονδήποτε άλλο μάλλινο σκούφο στον κόσμο.

Πάντα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας η Κόρνους.
Πολλές φορές είχε έρθει σε σύγκρουση με φοβερά τέρατα διαφόρων μεγεθών και μορφών.
Τα αντίκριζε τόσο συχνά κάποιες φορές, που πλέον είχε συμφιλιωθεί μαζί τους.
Δεν τα φοβόταν πια τόσο όσο στην αρχή, καμιά φορά μάλιστα, ακούγεται πως τα
καλούσε και η ίδια όταν βαριόταν και δεν είχε τι να κάνει. Ήξερε πως πλέον ήταν
κομμάτι του εαυτού της. Δε θα ήταν ποτέ η ίδια χωρίς την παρουσία τους στη ζωή
της. Ήταν κομμάτι απ τα κομμάτια της, ένα κομμάτι όμως που πλήγωνε και την ίδια
και όσους τη νοιάζονταν, ένα κομμάτι που κατά βάθος πάντα είχε την επιθυμία να
ξεφορτωθεί.

Αυτή τη φορά όμως το συγκεκριμένο τέρας ήταν το
πιο δυνατό από όλα. Τόσο δυνατό που φοβήθηκε για πρώτη φορά ότι θα την νικήσει
και ότι θα την αιχμαλωτίσει για πάντα.

Ξεκίνησε χτυπώντας την πόρτα της δύο φορές. Την
ώρα ακριβώς που ήθελε να πει αντίο. Όμως δεν το είπε ποτέ, όχι τουλάχιστον έτσι
όπως θα περίμενε. Δεν άργησε να την επισκεφτεί. Στην αρχή μπήκε στο δωμάτιο και
της έσβησε το φως. Μετά έκοψε τα καλώδια από τα αυτιά της και την άφησε κουφή.
Μετά της πάγωσε την αφή της και την άφησε ανίκανη να μπορεί να κινείται και να
εκφράζεται όσο θέλει. Της έσφιξε ένα μαντήλι γύρω από το στόμα της και την
άφησε βουβή για ώρες. Για πρώτη φορά η Κόρνους φοβήθηκε τόσο πολύ που ζήτησε να
πάει στο νοσοκομείο. Είχε παραλύσει σα μωρό που δεν έχει άλλες επιλογές παρά να
βασίζεται σε άλλους.

Μπήκε στο νοσοκομείο και αυτός ήταν δίπλα της όλο
το βράδυ. Απέναντι από το κρεβάτι να την κοιτάζει. Ήταν μόνοι τους σε ένα άδειο
δωμάτιο, αυτός και αυτή. Το τέρας είχε αρχίσει να αποχωρεί, η Κόρνους πλέον
κοιμόταν. Περίμεναν και οι δυο τους την επόμενη μέρα να ξημερώσει. Και
ξημέρωσε.

Ήταν η τελευταία φορά που κοιτάχτηκαν στα μάτια με
τόση αφοσίωση και ελπίδα πως θα ξανασμίξουν.

Επιστροφή…

Είχε περάσει πολύς καιρός, είχαν γίνει πολλές
προσπάθειες, χωρίς αποτέλεσμα, είχαν συμβεί πολλά ενδιάμεσα. Ο κόσμος γύρω της
έτρεχε σαν τρελός και μετά χανόταν. Της θύμιζε τη ζωή της. Το ίδιο μοτίβο και
εκεί. Ο κόσμος τρέχει σαν τρελός, την προσπερνάει και χάνεται. Ο μόνος πιστός
φίλος της είναι η μουσική της. Μόνο αυτή θα είναι πραγματικά δίπλα της όταν το
θελήσει. Χωρίς ντροπές, χωρίς παρακάλια, χωρίς εγωισμούς και χωρίς ενοχές.

Ξαφνικά έκλεισε τα μάτια της και άκουσε ένα αμάξι
που τους προσπερνούσε να παίζει δυνατά το “Lovers come” του Zak F. Είχε να
το ακούσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια αυτό το τραγούδι, όμως μπορούσε να
θυμηθεί απέξω και ανακατωτά κάθε νότα που έβγαινε από αυτό. Ήταν το
καταλληλότερο τραγούδι για να της θυμίσει πως για ακόμη μια φορά η σχέση της με
τον κόσμο ήταν πεπερασμένη. Πάντα σκεφτόταν πως ο μόνος ευτυχισμένος τρόπος να
φύγει από αυτόν θα ήταν με τη συνοδεία της αγαπημένης της μουσικής, του
καλύτερου και πιστότερου φίλου της.

Την τρόμαζαν πολύ οι σχέσεις. Ήξερε πως ο χρόνος
που αντιστοιχεί στον καθένα που βρισκόταν στο δρόμο της ήταν πεπερασμένος. Αυτό
που την ενοχλούσε περισσότερο, όμως, ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν στο χέρι της
να το αλλάξει. «Αλήθεια, έχεις σκεφτεί πόσος χρόνος σου αντιστοιχεί με αυτόν το
συγγενή, τον φίλο, τον αγαπημένο;». Πάντα ρώταγε όσους πίστευε πως δε θα την
παρεξηγήσουν για τον τρόπο που σκέφτεται.

Έτρεχε η Κόρνους…πάντα έφευγε, πάντα πλήγωνε και
πάντα πληγωνόταν. Πάντα μπερδευόταν όταν άκουγε τους στίχους από τις Τρύπες «Η
ζωή είναι μικρή για να ‘ναι θλιβερή μωρό μου… η ζωή είναι μεγάλη, μην την
κάνεις καρναβάλι». Δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο από τα δύο έπρεπε να ακούσει
σα συμβουλή. Πάντα σκεφτόταν πως από τους δύο δρόμους κάπου θα υπήρχε και
κάποιος άλλος, τρίτος, που θα ‘δινε τη λύση. Έπρεπε μόνο να βρει το δικό της
στίχο, αυτόν που θα ταίριαζε σε εκείνη και μόνο.

Πάντα τα δίπολα την τρόμαζαν. Ακόμα και όταν η
Κόρνους οδηγούσε. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιο δρόμο της διχάλας να
διαλέξει εγκαίρως. Την τρόμαζαν τα διλήμματα, ειδικά αυτά που θα της στοίχιζαν
μια διαδρομή σε ένα λάθος δρόμο. Μα τι ήταν λάθος και τι σωστό δεν ήταν ποτέ
σίγουρη. Σίγουρα η ιδέα του προβλήματος την τρόμαζε περισσότερο από το ίδιο το
πρόβλημα. Γιατί η Κόρνους πάντα είχε λύσεις στο τσεπάκι της, και πάντα χαιρόταν
που θα ήταν αυτή που θα δώσει για όλα και για όλους τη λύση. Όμως τι έκανε για
εκείνη; Πολλές φορές θα διάλεγε ευχαρίστως να μην ακολουθήσει καμία πορεία και
απλά να συνεχίσει ευθεία. Στο πουθενά, στο κενό, στη μη επιλογή ή καλύτερα στην
επιλογή της απουσίας απόφασης.

Το Κάγκου

Αγαπάει δυνατά η Κόρνους. Και αγαπιέται ακόμα
δυνατότερα. Αγαπάει με όλη της τη δύναμη.
Όσο πιο πολύ αγαπάει τόσο περισσότερο φοβάται. Πριν κάποια χρόνια μου
είπαν πως είχε ερωτευτεί τρελά ένα πουλί. Ήταν ένα παράξενο και σπάνιο είδος,
που σπάνια μπορεί να συναντήσει κανείς στο δρόμο του. Ήταν ένα Κάγκου. Το είχε
πιάσει πριν πολλά χρόνια ένας κυνηγός από το σπίτι του, το δάσος της Νέας Καλυδονίας.
Ήταν σπάνιο είδος, πράγματι, και το μόνο ζωντανό μέλος της οικογένειας των
Ρινοκετιδών, λέξη με ελληνικές ρίζες. Είναι ένα φιλήσυχο πλάσμα και γίνεται
εύκολα στόχος των αρπακτικών που σπέρνουν το φόβο και το θάνατο στην περιοχή
του. Είναι πλάσμα που φημίζεται για την έντονη επιθυμία του να είναι κτητικό
και να υπερασπίζεται την περιοχή και ότι του ανήκει. Τρέφεται αποκλειστικά με
κρέας μικρότερων ζώων, κυρίως σκουλήκια και έντομα. Το σημαντικότερο
χαρακτηριστικό του, για την Κόρνους, είναι το γεγονός ότι είναι μονογαμικό.
Πάντα είχε αδυναμία, η Κόρνους, στα ζώα, όμως το γεγονός ότι το Κάγκου της ήταν
μονογαμικό, την έκανε ακόμη πιο ευάλωτη στην αγάπη του.

Στο πρόσωπό του Κάγκου της έβλεπε το φόβο της να
σβήνει. Έβλεπε στη μονογαμικότητά του την ίδια δίπλα του να το φροντίζει για
πάντα. Έβλεπε τον εαυτό της ευτυχισμένο και ήρεμο. Ήξερε πως το Κάγκου είναι
ενδημικό πουλί και ότι θα μπορούσαν πιθανότατα να ζήσουν για πάντα μαζί. Αυτή
και το κλεμμένο, ενδημικό, μονογαμικό και σπάνιο Κάγκου της.

Δεν είχε προγραμματίσει, όμως, κάτι. Πως το Κάγκου
ήταν κλεμμένο και πώς δύσκολα θα έβρισκε και πάλι την ελευθερία του ώστε να
πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του εύκολα. Και η Κόρνους δεν ήταν δίπλα του. Το
Κάγκου τώρα είχε αναγκαστικά αποδημήσει και δούλευε με υπομονή και δύναμη
πολλή, ώστε να δει και πάλι την αγαπημένη του πατρίδα. Και πάντα ήλπιζε κάτι
τέτοιο να γινόταν σύντομα. Όμως υπήρχε ένα πολύ συγκεκριμένο εμπόδιο μέχρι να
γίνει αυτό.  Το συμβόλαιο και η υπογραφή
του πάνω σε αυτό. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να ξεπληρώσει την ομορφιά του, που τον
έκανε αιχμάλωτο σε ένα κλουβί, σε μια ξένη χώρα για χάρη ενός γεροαδιάφορου και
κακομούτσουνου κυνηγού όμορφων, εξωτικών και σπάνιων πουλιών της Νέας Καλυδονίας.

Όταν το είδε για πρώτη φορά η Κόρνους το
ερωτεύτηκε παράφορα. Το ήθελε μόνο δικό της. Το Κάγκου στην αρχή δεν ήξερε πώς
να συμπεριφερθεί. Σίγουρα του άρεσε η Κόρνους, όμως ήταν πολύ νωρίς για να
επιστρέψει, πολύ νωρίς για να λήξει το συμβόλαιο του. Μια μέρα, όμως, μετά από
πολύ καιρό, έξω από μια εκκλησία η Κόρνους και το Κάγκου ερωτεύτηκαν ταυτόχρονα
και κεραυνοβόλα και παράφορα. Τότε ακριβώς αντιστράφηκαν και οι ρόλοι.

Το Κάγκου, όντας πολύ κτητικό, ήθελε την Κόρνους
μόνο δική του. Αν και εγκλωβισμένο στην ξένη του χώρα, έβλεπε στο πρόσωπό της
το δικό του μονογαμικό ταίρι που θα το έφερνε κάποια ωραία μέρα πίσω στα χαμένα
εδάφη του. Δεν μπορούσε όμως να δεχτεί τη δική του απομόνωση και τη δική της
ελευθερία. Έτσι απαίτησε προβάλλοντας την αγάπη του να απομονώσει και τη δική
του θηλυκιά. Και για χάρη της αγάπης τους υπέγραψαν την καταδίκη τους, Και έτσι
κλείστηκε και αυτή σε ένα πανέμορφο, σιδερένιο κλουβί για να μοιράζονται από
κοινού την μονάκριβη και σπάνια αγάπη τους.

Η Κόρνους για να διώξει το φόβο της μοναξιάς της
και του πεπερασμένου των σχέσεων, δέχτηκε με μεγάλη χαρά να βάλει την υπογραφή
της και έτσι η σχέση τους καταδικάστηκε να κλειστεί και να μοιραστεί σε δύο
πανομοιότυπα και πανέμορφα κλουβιά, τα γνωστά κλουβιά της αγάπης.

Αυτά τα κλουβιά μοιράζονταν τα ίδια συναισθήματα και
κάποιες φορές μπορούσαν να ανοίξουν τις πόρτες τους, ώστε το Κάγκου και η
Κόρνους να ερωτεύονται και να σχεδιάζουν ελεύθεροι, στο κλουβί τους το ανέμελο
και κοινό τους, ελεύθερο μέλλον.

Η Κόρνους ήταν ευτυχισμένη αλλά αντιμετώπιζε τρία
βασικά προβλήματα σε αυτή τη σχέση. Της έλειπε η ελευθερία της, ο έρωτάς της με
το σπάνιο πουλί της και η μουσική της που μέχρι τότε πάντα τη συντρόφευε.

Το Κάγκου ήταν τόσο όμορφο και σπάνιο και σίγουρα
την αγαπούσε πολύ. Δε θα μπορούσε να θέλει τίποτε άλλο πέρα από αυτό. Δεν είχε
επιπλέον να διαλέξει ανάμεσα στο ένα ή το άλλο. Ήταν αυτό και μόνο αυτό. Είχε
πιστέψει πως επιτέλους βρήκε το δικό της μοναδικό της δρόμο. Όμως τώρα το σώμα
της είχε αρχίσει να αγανακτεί. Ήταν πολύ μεγάλο για το κλουβί που είχε
υπογράψει να μπει, ώστε να αγαπιέται με το πουλί της. Ένιωθε ακινητοποιημένη.
Το σώμα της πόναγε, έβλεπε συνέχεια το ίδιο σκηνικό και η μουσική της είχε
παγώσει. Η Κόρνους…

Αυτό ήταν! Έπρεπε να φύγει. Αυτή δεν ήταν πουλί
για να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα κλουβί…για να βρίσκεται εγκλωβισμένη
γενικότερα. Η Κόρνους ήταν λουλούδι. Και μάλιστα ένα λουλούδι τόσο απλό και
τόσο όμορφο. Δεν είχε εξωτικά χρώματα και περίεργη μορφή, τα φρούτα της δεν
ήταν σπάνια και το μέγεθός της τίποτα το εξαιρετικό. Είχε όμως κάτι το
ιδιαίτερα απλό, που την έκανε να ξεχωρίζει από πολλά πανέμορφα, στολισμένα και
αρωματικά λουλούδια. Ήταν πράγματι πολύ απλό για να ζει τόσο πολύπλοκα και
ταυτόχρονα πολύ όμορφο για να μαραθεί τόσο νέο. Αν και ιδιαίτερα μικρό στο
μέγεθός του, ήταν μεγάλο σε όνειρα και αισθήματα, παρόλα αυτά πολύ ευάλωτο. Για
λουλούδι οι κινήσεις του είναι εξαιρετικά γρήγορες και αν κάποιος φωτογράφος
θελήσει ποτέ να ακολουθήσει τις κινήσεις του, δύσκολα θα τις προλάβει με κάμερα
λιγότερο ικανή από 10.000 frames το
δευτερόλεπτο. Η Κόρνους είναι επίσης ένα λουλούδι ιδιαίτερα παραγωγικό. Οι
καρποί της μοιάζουν πολύ με αυτούς της φράουλας.

Ο αποχωρισμός…

Η τελευταία φορά που θυμάμαι την Κόρνους ανθηρή
και μοσχοβολάτη ήταν πριν να αποφασίσει να ξενιτευτεί για χάρη του Κάγκου της.
Δεν ξενιτεύτηκε, από ότι έμαθα λίγο αργότερα. Δεν τα κατάφερε, αν και
προσπάθησε πολύ σκληρά και με πολύ κόπο και όρεξη. Το άνθος της δεν ήταν ζωηρό.
Το απαλό χρώμα του είχε τώρα ξεθωριάσει και η καλοσχηματισμένη, απλή όψη του
είχε αρχίσει να γερνάει.

Ζήτησε από το Κάγκου να ακυρώσουν τη συμφωνία τους
γιατί αν συνέχιζαν έτσι, σίγουρα ένας απ τους δυο θα κατέληγε δυστυχισμένος,
κενός και το πιο πιθανό ήταν αυτή να μαραινόταν και να πέθαινε. Το Κάγκου δεν
μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο για δύο πολύ βασικούς λόγους. Πρώτον γιατί
γνώριζε πως καμιά υπογραφή δεν αθετείται και κυρίως γιατί δεν ήθελε να χάσει το
μονάκριβο ταίρι του. Η Κόρνους, όμως, με τη λίγη αντοχή και υπομονή που της
είχε απομείνει, έγειρε τον κορμό της προς την πόρτα του πανέμορφου κλουβιού της
και κατάφερε, με πολύ δυσκολία, να ελευθερωθεί. Ήταν ίσως η τελευταία φορά που
θα έβλεπε το αγαπημένο της πιστό και μονογαμικό Κάγκου της. Έγινε για μια ακόμη
φορά αυτό που φοβόταν. Η μοναξιά της ξαναχτύπησε την πόρτα και ο χρόνος που
μοιράζονται δύο όντα είχε ήδη δώσει την απάντησή του. Και το χειρότερο, ήταν
επιλογή της. Και αυτό την τρόμαζε πολύ. Φοβόταν να πάρει αποφάσεις για έναν και
μόνο λόγο. Ήταν ενοχική. Όπως και να ‘χει η Κόρνους αναγκάστηκε να αποφασίσει.
Και αποφάσισε.

Το τσιμεντένιο δάσος.

Όταν η Κόρνους κατάφερε να ανοίξει την πόρτα του
πανέμορφου, μικρού κλουβιού της, αποφάσισε πως είχε ανάγκη να βγει και να
περπατήσει. Έπρεπε να δώσει ξανά ζωή στο ακίνητο από μήνες σώμα της. Για
λουλούδι έπαιρνε γρήγορες αποφάσεις και ακόμη πιο γρήγορα κινούνταν προς αυτές.
Είχε ανάγκη από καθαρό, φρέσκο αέρα…και έπρεπε να κάνει κάτι για αυτό, γρήγορα.
Έτσι μια μέρα ξεκίνησε την πορεία της προς το δάσος…

Το δάσος αυτό δεν έμοιαζε πολύ με τα άλλα δάση που
είχε δει σε φωτογραφίες ή στην τηλεόραση. Ήξερε πολλά για τα δάση του
Αμαζονίου, του Καναδά, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ήξερε πολλά για τις
τούνδρες και τις στέπες. Παρακολουθούσε συχνά τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ. Το “Planet Earth”  και το “Home” ήταν τα αγαπημένα της. Μάλιστα πολλές φορές που
συζητούσαν με το αγαπημένο της Κάγκου ιστορίες για ζώα, αυτό πάντα αναρωτιόταν
πώς ένα λουλούδι μπορεί να γνωρίζει περισσότερα από ένα πουλί. Τέλος πάντων, το
δάσος αυτό όμως ήταν εξαιρετικά διαφορετικό σε σχέση με όλα τα προηγούμενα.

Αφού δεν είχε όνομα, η Κόρνους αποφάσισε να το
ονομάσει. Του έδωσε ένα όνομα, το Τσιμεντένιο Δάσος. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να το
χαρακτηρίσει. Εξωτερικά ήταν πολύ άσχημο και βρόμικο. Θα μπορούσε να μοιάζει
περισσότερο με ένα βρόμικο, σκοτεινό Ίδρυμα, παρά με ένα θαύμα της φύσης. Ήταν
φτιαγμένο από τεράστιους τοίχους, βρόμικους, κατεστραμμένους. Ερειπωμένους
χώρους, κλειστούς, τρομακτικούς, με βαριές αλυσίδες να τους αμπαρώνουν.

Αρχικά, αναρωτήθηκε αν ο δρόμος που είχε διαλέξει
ήταν και ο σωστός. Είχε όμως τόσο ανάγκη από ένα καινούριο μονοπάτι, που δε
δίστασε ούτε στιγμή για την απόφασή της να τον ακολουθήσει. Όταν άνοιξε την
κεντρική πύλη αντίκρισε κάτι πολύ παράξενο. Σε ένα μεγάλο τραπέζι ήταν όλοι
εκεί. Την περίμεναν όλοι. Μα πώς είναι δυνατόν, αναρωτήθηκε? Πώς γίνεται να
ξέρει κάποιος, από πριν, για την άφιξή της εκεί. Δεν είχε ενημερώσει ποτέ
κανένα.

Κάθισε δίπλα από μια μικρή κερασιά. Ήταν πολύ
όμορφη, λεπτεπίλεπτη και πολύ ανθισμένη. Οι κερασιές της άρεσαν πολύ της Κόρνους.
Και τώρα ήταν η εποχή που άνθιζαν και μοσχοβολούσαν. Γρήγορα έγιναν καλές
φίλες. Μαζί με την κερασιά γνώρισε και πολλά άλλα πλάσματα, ένα κογιότ, μία νεραντζιά,
μία αλεπού, έναν Μεξικανό, έναν κάκτο. Όλοι μαζί κάνανε σχέδια και όνειρα για
να ξαναζωντανέψουν το σκοτεινό και παραμελημένο τσιμεντένιο δάσος. Κάθονταν
ώρες ολόκληρες και συζητούσαν για τα μέρη που έχουν δει, για τα πλάσματα που
έχουν συναντήσει στο διάβα τους και για το πώς φαντάζονται τα πιο όμορφα μέρη
του κόσμου. Αν και διαφορετικά πλάσματα μεταξύ τους, παρόλα αυτά είχαν κάτι
κοινό. Αγαπούσαν να γνωρίζουν καινούριους κόσμους και να τους δημιουργούν, όταν
βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.

Το αγκάθι.

Η Κόρνους είχε γνωρίσει και είχε δει πολλά
πλάσματα στη ζωή της μέχρι τότε. Σίγουρα ήταν προνομιακό λουλούδι και σε αυτό
βοήθησε το ότι δεν έμοιαζε στα άλλα λουλούδια που μένουν προσηλωμένα στις ρίζες
τους και δεν αλλάζουν τοποθεσίες. Όχι. Η Κόρνους σε αυτό, ευτυχώς, έμοιαζε
περισσότερο με βροχή, παρά με λουλούδι. Μπορούσε να ταξιδέψει από μέρος σε
μέρος, να δει χιλιάδες διαφορετικά τοπία, να αγγίξει πολλά νέα εδάφη, να στεριώσει
για λίγο κάπου ή να φύγει όποτε το θελήσει, να γνωρίσει πολλά καινούρια πρόσωπα,
να δώσει και να πάρει ζωή. Έτσι κάπως βρέθηκε στο δρόμο της και ένα πραγματικά
παράξενο, μα πολύ όμορφο πλάσμα. Έμοιαζε πολύ με αγκάθι. Δεν ήταν όμως όπως όλα
τα άλλα αγκάθια που είχε γνωρίσει. Και είχε γνωρίσει διαφόρων τύπων αγκάθια.
Αγκάθια πάνω σε κάκτους, αγκάθια να πετάγονται από διάφορα παχύφυτα, αγκάθια να
στολίζουν πανέμορφα λουλούδια, αγκάθια δίπλα σε γλυκύτατους καρπούς, ποτέ όμως
δεν είχε αντικρίσει κάποιο αγκάθι που να φωνάζει τόσο πολύ την παρουσία του κι
όμως να κρύβει τόσο καλά την ιδιότητά του.

Σίγουρα τα αγκάθια είναι πολύτιμα για τα λουλούδια
που τα κουβαλούν. Χωρίς αυτά, είναι εύκολος στόχος και μπορεί να κοπούν και να
αχρηστευτούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Τα αγκάθια είναι ο πιστός τους
φύλακας και το μόνο που κάνουν είναι να τα προστατεύουν με τον καλύτερο τρόπο. Πληγώνοντας
τους εχθρούς τους. Δεν τους ενδιαφέρει η εμφάνισή τους. Γνωρίζουν την απλότητα της
εικόνας τους, ξέρουν όμως παράλληλα και τη δύναμη που κρύβουν. Τη δύναμη που τα
κάνει πασίγνωστα σε όλους τους εχθρούς τους, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της
γης και όχι μόνο.

Αυτό το αγκάθι την έκανε να το κοιτάει για ώρες.
Έβλεπε στο πρόσωπό του μια πολύ ήρεμη δύναμη και αυτό τη γέμιζε ενθουσιασμό. Πάντα
της άρεσαν τα πλάσματα που δε μίλαγαν πολύ και δυνατά. Και το αγκάθι αυτό είχε
το δικό του τρόπο να επιβάλλεται με την ηρεμία που έβγαζε από μέσα του. Ήταν
αρκετά ντροπαλό για το μέγεθος της έντασης που έκρυβε. Η Κόρνους κατάλαβε
αμέσως πως αυτό το πλάσμα θα της ξεδίπλωνε ένα όμορφο μυστικό. Και όντως έτσι
έγινε.

Η Κόρνους Νόρμαν Χάντεν και το αγκάθι βρέθηκαν στο
ίδιο μέρος, την ίδια στιγμή, για τον ίδιο λόγο. Τυχαία ή όχι, σύντομα έγιναν
αχώριστοι. Η Κόρνους, ένα όμορφο, μικρό λουλούδι από την Ιαπωνία, που ανθίζει
κάθε Μάη και το Αγκάθι,  που δεν έχει
κανένα λόγο να ανθίσει σε καμία εποχή του χρόνου και που βασίζεται στην ομορφιά
και τη δύναμη που κρύβει μέσα του, ξεκίνησαν ένα όμορφο, καινούριο ταξίδι. Ένα
ταξίδι δίχως τέλος και συγκεκριμένο προορισμό. Ένα όμορφο ταξίδι που έκρυβε
πολλές καινούριες και μαγευτικές εικόνες.

Ώσπου ξαφνικά…

Δεν είχε περάσει αρκετή ώρα από το εσωτερικό
παραλήρημα της Κόρνους και από τις χιλιάδες εικόνες που πέρασαν σαν αστραπή από
μπροστά της, μέχρι που άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και τον κοίταξε μέσα στα
έντονα γαλαζοπράσινα δικά του. Πόσα πράγματα είχαν μεσολαβήσει, πόσοι άνθρωποι
είχαν μπει και είχαν αλλάξει τη ζωή τους, πόσα όνειρα γεννήθηκαν και πέθαναν
από τότε…

Στην αρχή δεν είπαν τίποτα, δε μίλησε κανένας τους.
Κάποτε η Κόρνους είχε λάβει από αυτόν ένα ξύλινο κουτί. Ένα κουτί που μετέφερε
ένα μήνυμα. Και το μήνυμα έλεγε πως ο καθένας από εμάς υπάρχει μόνο όταν ο
άλλος τον σκέφτεται και του το δείχνει. Και αυτός μετά από αυτό το μήνυμα έπαψε
να τη σκέφτεται και έπαψε να της το δείχνει.

Η Κόρνους ήταν μπερδεμένη, παρόλα αυτά δε
δυσκολεύτηκε να του μιλήσει. Και του μίλησε πρώτη. Θυμόταν χαρακτηριστικά τα
λόγια του που της είχε πει κάποτε «Μη φοβάσαι πως νιώθω εγώ, ξέρω να
προσποιούμαι πολύ καλά». Η Κόρνους όμως δεν ήξερε. Ήταν πολύ απλή για να
μπερδεύει τα συναισθήματά της με αυτά που άφηνε να φαίνονται προς τα έξω. Του
έπιασε το χέρι και του έγνεψε πως χάρηκε που τον έβλεπε μετά από τόσα χρόνια.

Κάθε δευτερόλεπτο που πέρναγε έμοιαζε με αιώνας. Ο
χρόνος είχε χάσει την αξία του και έπαιζε παιχνίδια στο μικρό μυαλό της. Δε
δίστασε ούτε στιγμή να του δείξει πόσο άνετη μπορούσε να σταθεί πια πλάι του.
Και ήταν αλήθεια. Είχαν απομυθοποιηθεί όλα όσα είχε πλάσει για αυτόν όλα αυτά
τα χρόνια. Είχε γνωρίσει καινούριους κόσμους, άλλους ξεκάθαρους, άλλους
ομιχλώδεις, άλλους έντονους και άλλους αδιάφορους. Όλοι αυτοί οι κόσμοι της
είχαν χαρίσει και από ένα όμορφο δώρο ο καθένας. Την έκαναν τώρα πια να
αισθάνεται οικία με κάθε κατάσταση και της έδωσαν τη δύναμη να μπορεί να σταματά
και να προχωρά όποτε κρίνει αυτή ότι έτσι πρέπει να γίνει, είτε επειδή το
αποφασίζει αυτή, είτε επειδή το αποφασίζουν οι άλλοι.

Δεν ένιωσε ούτε στιγμή θλίψη, φόβο ή λαχτάρα. Μέσα
της ήταν πολύ ξεκάθαρη για το πώς ένιωθε. Και ήταν σίγουρη πως ένιωθε πολύ
όμορφα που στη ζωή τελικά ποτέ δεν ξέρεις πόσος χρόνος αντιστοιχεί πραγματικά
στον καθένα. Ο μεγαλύτερος φόβος της έσβησε μπροστά στα μάτια της μέσα σε λίγα
δευτερόλεπτα. Και αυτό για την ώρα ήταν αρκετό.

Πάνω στη ζάλη της στιγμής τον έπιασε από το χέρι και
προχώρησαν τα πρώτα τους κοινά βήματα, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Και
ήταν βήματα σταθερά, σίγουρα και ξεκάθαρα. Περπάτησαν για δέκα λεπτά μαζί
ανάμεσα σε κόσμο που πήγαινε και ερχόταν. Ήταν τόσοι πολλοί έξω που σχεδόν δεν
μπορούσες να τους διακρίνεις ανάμεσα στο πλήθος. Από κάπου μπορούσες να
μυρίσεις ζεστό καφέ, σίγουρα φτιαγμένο από καλό χαρμάνι, από κάπου αλλού
μπορούσες να ακούσεις παλιές μουσικές, κυρίως ρεμπέτικα.

Ήταν Κυριακή, μεσημέρι τώρα πια, και η μέρα ήταν
ζεστή, αλλά το αεράκι που φύσαγε την έκανε ιδιαίτερα όμορφη. Δεν άργησαν να καθίσουν
σε ένα σκιερό καφενεδάκι, κοντά στην οχλοβοή, αλλά αρκετά απομονωμένο από αυτή,
ώστε να μπορέσουν να ανταλλάξουν όλα τα συναισθήματά που είχαν κλειδώσει τόσο
καιρό μέσα τους. Όλα αυτά, ενώ από τα ηχεία του καφενείου άκουγε κανείς «Το
γελεκάκι» από τη Σωτηρία Μπέλλου. Ο καφές δεν άργησε να έρθει, ενώ στα πόδια
τους μια μικρή ταρταρούγα γάτα κούναγε την ουρά της, περιμένοντας κάποιο χάδι…πράγμα
που δεν άργησε να το πάρει, η πονηρή!

Ήταν και οι δύο πολύ χαρούμενοι και ένα απέραντο
χαμόγελο είχε απλωθεί στα όμορφα πρόσωπα τους. Δεν υπήρχε λόγος να βιαστούν να
πουν κάτι. Ήδη όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα. Ο ένας ήταν κομμάτι του άλλου και οι δύο
το γνώριζαν πολύ καλά. Δύο κομμάτια ανεξάρτητα, μοναδικά, ελεύθερα. Δύο
κομμάτια που είχαν να μοιραστούν ένα κοινό παρελθόν και ένα όμορφο, μοναδικό
και ανεπιστρεπτί παρόν. Και αυτό ήταν που είχε αξία εκείνη τη στιγμή. Το μέλλον
δεν είχε ποτέ σημασία ούτως ή άλλως. Όχι τώρα πια, για την Κόρνους τουλάχιστον.

Ο ιππότης άρχισε να μιλάει πρώτος. Δε συνήθιζε να
μιλάει πολύ. Η Κόρνους, όμως ποτέ δεν τον είχε γνωρίσει έτσι όπως τον
περιέγραφαν όλοι. Αντιθέτως! Με την Κόρνους, ο γκριζομάλλης ιππότης ήταν πάντα
ομιλητικός, πάντα χαμογελαστός, πάντα ευδιάθετος…τουλάχιστον στις καλές μέρες
της σχέσης τους. Όμως, όλες οι άσχημες μέρες είχαν περάσει, όπως ακριβώς περνάει
και χάνεται κάθε άσχημη μέρα, μέσα ή έξω από οποιοδήποτε νοσοκομείο.

Της περιέγραφε τη ζωή του μέχρι και την ώρα που
αποφάσισε να κάνει το ταξίδι της επιστροφής. Είχε μπει και αυτός σε διάφορους
κόσμους. Άλλους μαγευτικούς, άλλους τρομακτικούς, άλλους μικρούς και άλλους
μεγάλους. Είχε νιώσει πολλές φορές τη ζεστασιά μια όμορφης αγκαλιάς και είχε
σκύψει άλλες τόσες φορές το κεφάλι για την απώλεια ενός γλυκού χαδιού στο
πρόσωπο, στο χέρι, στο στόμα. Όμως είχε μια γλυκύτητα στα λόγια του που έκανε
την Κόρνους να νιώθει αγαλλίαση. Ήταν και οι δύο ιδιαίτερα ευαίσθητοι και αυτό
έδινε δύναμη στην Κόρνους. Της έδινε δύναμη γιατί εκείνος μπορούσε να
περιγράφει όλους τους δρόμους της ζωής του με τόση ηρεμία, που θα θαρρούσε
κανείς πως θα ήταν μάλλον ασήμαντοι ώστε να μην του έχουν αφήσει σημάδια. Όμως,
όχι, δεν ήταν έτσι. Κάθε δρόμος δέχεται και αφήνει σημάδια. Άλλωστε οι δρόμοι
αυτόν ακριβώς το σκοπό έχουν. Και η σχέση τους σίγουρα δεν ήταν ασήμαντη για
κανέναν από τους δύο, ούτως ή άλλως.

Είναι όμορφο να ξεδιπλώνονται όλα με τόση άνεση,
σκέφτηκε η Κόρνους. Ξαφνικά βιώνεις έναν κόσμο και συνειδητοποιείς πόσοι άλλοι
, εκατοντάδες, χιλιάδες άλλοι κόσμοι μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτόν τον
ένα. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Κάθε κόσμος θα ήταν ασήμαντος και
αδιάφορος χωρίς την παρουσία άλλων κόσμων γύρω του. Σαν μια πόλη που κάθε σπίτι
είναι ίδιο, κάθε πλάσμα πανομοιότυπο με το άλλο και κάθε κίνηση απαράμιλλα ίδια
με όλες τις άλλες. Πώς θα μπορούσε ένας κόσμος να εξελιχθεί, χωρίς να έχει τη
χαρά να αντικρίσει καινούριους κόσμους. Χωρίς τη χαρά να θέλει να επιδείξει τις
δικές του ομορφιές σε ξένους κόσμους, που έχουν ακριβώς την ίδια ανάγκη με
αυτόν; Όχι ένας τέτοιος μονόχνοτος κόσμος δε θα είχε καμία αξία, κανένα νόημα.
Έτσι ακριβώς και οι σχέσεις.

Ήταν, πια, πολύ χαρούμενη για την εξέλιξη της
καλοκαιρινής, κατά τα άλλα συνηθισμένης μέρας της. Ήταν μια ανατροπή, που και
αυτή με τη σειρά της, της άλλαξε πορεία…κυριολεκτικά. Κάπως έτσι, όπως αλλάζουν
πορεία στις ζωές των πλασμάτων όλες οι ανατροπές της ζωής τους.

Μίλαγαν πολλές ώρες. Η μέρα είχε αρχίσει να
χάνεται. Τώρα ο ήλιος είχε πάρει ένα πυρρόξανθο χρώμα και το αεράκι ήταν λίγο
πιο ζωηρό σε σχέση με την ηρεμία που επικρατούσε λίγες ώρες νωρίτερα. Ένα
συννεφάκι είχε αρχίσει να σχηματίζεται και σε λίγο θα πέρναγε μπροστά από τον σχεδόν
πορτοκαλί ήλιο, που έμοιαζε να κοκκινίζει από την ντροπή του για την παρουσία
ενός τόσο όμορφου πλάσματος, όπως ένα λευκό, ημιδιαφανές και φουντωτό
συννεφάκι. Λογικό, αν το σκεφτεί κανείς…ο καθένας θα κοκκίνιζε έχοντας ένα τόσο
όμορφο και εύθραυστο πλάσμα να περνάει κουνιστό και λυγιστό δίπλα του.

Δεν υποσχέθηκαν ότι θα ξαναβρεθούν. Άλλωστε οι
υποσχέσεις που είχαν ανταλλάξει κάποτε δεν είχαν καμία αξία, αφού δεν
πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Όμως η ζωή ήταν σίγουρο πως, θα τους ξαναέφερνε στον
ίδιο δρόμο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και ήταν σίγουρα καλύτερα έτσι…ο
χρόνος πλέον δεν θα είχε ξανά ποτέ την ίδια βαρύτητα που θα του έδινε μια
υπόσχεση, ένα βλέμμα, μια κίνηση.

Ήταν η αγαπημένη ώρα της ημέρας για την Κόρνους.
Θυμάμαι χρόνια τώρα μου έλεγε πως ένιωθε την αλλαγή αυτή της ώρας να της
ανοίγει την καρδιά και να την κάνει ευτυχισμένη. Πολλές φορές, μάλιστα,
καθόμασταν και τρώγαμε παγωτό πάνω στη γέφυρα και κοιτάγαμε το ποτάμι από κάτω
μας και τον ήλιο να δύει, παρέα. Τη θυμάμαι τόσο χαρούμενη, δίπλα μου, με το
παγωτό στο χέρι και το ποτάμι να ταξιδεύει κάτω από τα πόδια μας. Δεν είχα ποτέ
τη δυνατότητα να περάσω πολλές ώρες μαζί της, όμως μετά από τόσα χρόνια, μπορώ
σχεδόν με σιγουριά, πια, να μιλάω για εκείνη. Και από όσα ξέρω και όσα μου
διαφεύγουν ένα είναι σίγουρο. Πως το σούρουπο την κάνει πραγματικά ευτυχισμένη.
Ειδικά όταν το μοιράζεται με καλή παρέα.

Η επιστροφή

Το ρολόι έδειχνε οχτώ και σαράντα το βράδυ. Είχε
ανοίξει η πόρτα του τραμ και πολύς κόσμος περίμενε να μπει σε αυτό για να
ξεκινήσει ή να τελειώσει την ημέρα, τη νύχτα του. Η Κόρνους φόρεσε τα ακουστικά
της και άνοιξε το mp3 της. Επέλεξε να ακούσει
όλο το άλμπουμ των Morcheeba, Charango. Είχε καιρό να ακούσει κάτι τόσο αισθαντικό και
μελωδικό. Και η ψυχολογία της, τώρα, χρειαζόταν ακριβώς κάτι τέτοιο. Κοίταζε
έξω από τα τζάμια. Η πόλη κινούνταν και πάλι, ανάποδα. Με φόντο έναν
γαλαζοκόκκινο ουρανό που σιγά σιγά γινόταν όλο και πιο σκούρος.

Γύρισε
σπίτι της μετά από λίγη ώρα. Δε θα μπορούσε όμως να αντέξει τους τοίχους που θα
την περιέβαλαν. Μετά από ένα τέτοιο άνοιγμα στη ζωή της, ξαφνικά, οι τέσσερις
τοίχοι σίγουρα τώρα θα την καταπίεζαν. Και της Κόρνους δεν της άρεσε η
καταπίεση κανενός είδους. Έτσι πριν γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά, δυνάμωσε
τη μουσική της και κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Τώρα άκουγε το Lola’s
Theme από τους Shapeshifters. Το αεράκι που είχε ξεμυτίσει νωρίτερα, τώρα είχε
δυναμώσει και έκανε τους φοίνικες και το φόρεμά της Κόρνους να ανεμίζουν όμορφα
στο ρυθμό του.

Κάποια παιδιά έτρεχαν, ένα ζευγάρι ήταν πιασμένο
χέρι χέρι και περπάταγαν αγαπημένοι δίπλα στη θάλασσα, κάποιοι μεγαλύτεροι σε
ηλικία είχαν βγάλει βόλτα τα εγγονάκια τους και έτρωγαν ζεστό καλαμπόκι. Η
θάλασσα είχε αγριέψει λίγο, έτσι για να κρατάει συντροφιά στη μουσική που
έβγαζε ώρες ώρες το καλοκαιρινό αεράκι της Αττικής. Οι γλάροι είχαν γυρίσει από
ώρα στις φωλιές τους, όμως υπήρχαν ακόμη κάποιοι που αλήτευαν από πάνω της και
χάζευαν τον κόσμο από ψηλά.

Πέρναγε από μέρη που της θύμιζαν καταστάσεις. Τα
ίδια μέρη, άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι…άλλα μέρη. Εδώ είχε καθίσει για να
κλάψει, εκεί για να σκεφτεί, πιο κάτω για να φιλήσει, λίγο πιο πέρα για να
χωρίσει, εκεί πιο κάτω για να ξανά ερωτευτεί. Όλα είχαν να διηγηθούν και από
μια ιστορία. Άλλη όμορφη, άλλη λυπητερή, όμως όλα είχαν αποκτήσει ζωή από τη
ζωή της. Είχε δανειστεί κάποτε κάτι από τη μαγεία τους και τώρα πλήρωνε το
τίμημα των αναμνήσεων που είχε επιτρέψει σε αυτά τα μέρη να γεννηθούν. Και τότε
θυμήθηκε το “Some Paths” του αγαπημένου της Mishka.

Η επόμενη μέρα.

Ξύπνησε με ένα αίσθημα χαράς. Απρόσμενης χαράς.
Είχε καιρό να ανοίξει τα μάτια της ένα πρωινό και στα χείλη της να διαγράφεται
ένα τόσο ζωηρό χαμόγελο. Δε θυμόταν να έφταιγε κάποιο ευχάριστο όνειρο για
αυτό. Άλλωστε πάντα θυμόταν τα όνειρά της η Κόρνους. Ίσως να έφταιγε η
προηγούμενη μέρα με την έκπληξη που της επιφύλαξε, ίσως όχι. Όπως και να έχει
ήταν ένα από τα ομορφότερα πρωινά ξυπνήματα της ζωής της.

Σηκώθηκε χωρίς πολλά πολλά, όπως συνήθιζε να κάνει
όταν είχε αισθήματα ευφορίας. Έπρεπε να αρπάξει την ημέρα από τα μαλλιά και να
τη γεμίσει με όσα περισσότερα πράγματα μπορούσε. Ήταν σε ψυχική και
συναισθηματική έξαρση για να δώσει στην ημέρα της την καλύτερή της διάθεση.
Έριξε γρήγορα δροσερό νερό στο πρόσωπό της και το κοίταξε στον καθρέφτη. Του
έκλεισε πονηρά το μάτι, φόρεσε το λαμπερό της χαμόγελο, το πρώτο φόρεμα που
βρήκε μπροστά της όταν άνοιξε τη ντουλάπα της, έβαλε τα αγαπημένα της πάνινα παπούτσια
και πετάχτηκε έξω από το σπίτι. Ανέβηκε στη βέσπα, φόρεσε το κράνος, άναψε τη
μηχανή και ξεκίνησε τη βόλτα της. Ήθελε να επισκεφτεί ένα μέρος που της άρεσε
πραγματικά πολύ. Απείχε μόλις είκοσι λεπτά από το σπίτι και θα μπορούσε να
καθίσει δίπλα στα κύματα της θάλασσας, που τόσο αγαπούσε.

Η παραλία ήταν ήσυχη, αρκετά ήσυχη για την εποχή.
Λίγος κόσμος μόνο είχε ήδη προλάβει να την επισκεφτεί πριν την Κόρνους, και
κυρίως ηλικιωμένοι που έπαιρναν το πρωινό τους μπάνιο στη θάλασσα. Η ώρα ήταν 8
το πρωί και ο ήλιος ήταν ακόμη πολύ γλυκός. Το αεράκι που είχε κάνει την
εμφάνισή του την προηγούμενη ημέρα, τώρα ήταν λίγο πιο δυνατό, ότι έπρεπε για
να βρίσκεται κανείς σε μια ερημική παραλία, δίπλα στα κύματα της θάλασσας,
ακούγοντας τα πλατσουρίσματά του νερού στην ακρογιαλιά και τον μονότονο, αλλά
τόσο ζωντανό ήχο των τζιτζικιών που χαίρονταν τη σκιά των λιγοστών πεύκων που
βρίσκονταν διάσπαρτα τριγύρω.

Η ζωή μπροστά.

Δεν άργησε να ξυπνήσει. Αν και δε θυμόταν πόσο
αργά την είχε πάρει ο ύπνος το προηγούμενο βράδυ, το πρωί σηκώθηκε αρκετά
νωρίς, χωρίς δεύτερη σκέψη. Σηκώθηκε γιατί εκείνο το πρωινό ήταν από αυτά που
δεν μπορούσε ποτέ να αντέξει. Πήγε στο μπάνιο για να σκουπίσει τα δάκρυα από το
πρόσωπό της. Είχαν περάσει από μπροστά της στιγμές όμορφες από το παρελθόν.
Ζούσε το παρόν τώρα και δεν της άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε. Η ζωή έχει τους
δικούς της κανόνες και όσο σοφός και αν είναι κάποιος, ωστόσο δεν μπορεί να
τους δαμάσει. Έτσι ακριβώς ένιωθε, ανίκανη να δαμάσει τη ζωή και σίγουρα
καθόλου σοφή για να μπει στον κόπο να το προσπαθήσει.

Μετά από λίγα λεπτά χτύπησε το τηλέφωνο και άκουσε
την πιο ευχάριστη είδηση που θα μπορούσε να ακούσει σε εκείνο το κατάμαυρο
παρόν εκείνης της κατάφωτης καλοκαιρινής ημέρας. Της είπαν πως θα μπορούσε
πλέον να κάνει και πάλι τα πρώτα της βήματα. Βήματα πολύ σημαντικά, που θα την
έβγαζαν από μια ανυπόφορη, για χρόνια, στασιμότητα. Θα μπορούσε και πάλι να
ανοίξει την καρδιά της και να κοιτάει μπροστά βασιζόμενη στις δικές της
δυνάμεις. Κάπου είχε διαβάσει η Κόρνους πως «Όσο διαψεύδεται η ελπίδα, τόσο
εξουδετερώνεται ο φόβος». Τώρα δεν είχε πια να ελπίζει σε κάτι. Το μέλλον της
είχε ανοίξει μια πόρτα ειδικά για αυτήν, για να μπορέσει να πατήσει και πάλι
στα πόδια της. Και αυτή, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να μπει και να
ακολουθήσει το δρόμο της, το συγκεκριμένο δρόμο. Τώρα δεν είχε πια να φοβάται
κάτι. Είχαν παρθεί οι επιλογές από παντού. Οι δρόμοι είχαν ανοίξει. Το μόνο που
είχε να κάνει είναι να ζήσει το παρόν της. Ούτε να αναμοχλεύει το παρελθόν, που
τώρα πια είχε περάσει, ούτε να ελπίζει και να φοβάται για το μέλλον, το οποίο
θα ερχόταν ούτως ή άλλως πολύ σύντομα για να της ανοίξει τα χαρτιά του. Τα
μονοπάτια ήταν μπροστά της, και ήταν ώρα να διαλέξει. Δε γινόταν άλλο να
ελπίζει στην πιθανότητα όλα να συμβούν στο μέλλον. Ήθελε όλα να συμβούν εκείνη
τη στιγμή, ακόμη και με σοβαρές πιθανότατα απώλειες.

Περί ύπαρξης θεώρημα.

Η Κόρνους πάντα προβληματιζόταν για τη σχέση της
με το χρόνο. Ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο κυλάει και παρασύρει μαζί του
τον κόσμο γύρω του-και αυτήν μαζί-την έβαζαν πάντα σε σκέψη. Ο χρόνος σαν
παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αυτός ο χρόνος ο πολυδιάστατος και όμως ο τόσο
στιγμιαίος και φευγαλέος. Ο χρόνος που χωρίς το χώρο και ότι κινείται σε αυτόν
δε θα είχε κανένα νόημα.

Η ζωή σαν ανάμνηση, σε κάποια άλλη διάσταση, του
ίδιου μας του εαυτού και η ύπαρξη του παρόντος σαν απειροελάχιστος χρόνος, που
μοιράζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον – και κατά συνέπεια χάνει τη
μονοδιάστατη αξία του – αφού δεν πιάνεται στην πραγματικότητα, αποτελούν
σκέψεις που την απασχολούσαν χρόνια τώρα. Η ύπαρξη του μέλλοντος χρόνου, έστω
και του πιο άμεσου είναι δεδομένη, όσο δεδομένη είναι και η ύπαρξη του
παρελθόντος, με τη μορφή αναμνήσεων, αλλά και με ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτό.

«Αν θέσουμε το ερώτημα αν υπάρχει μέλλον, με βάση
την τωρινή υπόσταση του σύμπαντος κόσμου και όλων των θεωριών που επιβάλλουν
την ύπαρξή του με τη μορφή που γνωρίζουμε, η απάντηση είναι…ναι? Και αν είναι
ναι, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε πως το μέλλον θα έχει γραμμένη κάπου την
ιστορία που βιώνουμε σήμερα, αλλά αδυνατούμε να γνωρίζουμε τις επιπτώσεις των
πράξεών μας? Αν η απάντηση είναι και πάλι ναι, τότε δεν προκύπτει το ερώτημα ”
Αν υπάρχει μέλλον, και αυτό κάποια στιγμή στο μέλλον που εμείς αγνοούμε έχει
γράψει μια ιστορία για το παρόν που βιώνουμε σήμερα και απλά δεν είμαστε ικανοί
να γνωρίζουμε τις συνέπειές του, μήπως αυτό συμβαίνει γιατί το παρόν είναι ήδη
δηλωμένο να γίνει έτσι?»

Εδώ, βέβαια, η Κόρνους δε μείωνε τη δύναμη και
ικανότητα της ανθρώπινης επιλογής για το μέλλον που θέλει να ορίσει ο καθένας
από εμάς για τον εαυτό του. Αντιθέτως, την εισήγαγε στο ενδεχόμενο οποιαδήποτε
επιλογή του να είναι κομμάτι αυτής της μη αναγνωριστικής διαδικασίας.

Κατά συνέπεια, αναρωτιέται κανείς κατά πόσο
υπάρχουμε στην πραγματικότητα 100% ή κατά πόσο νομίζουμε πως ζούμε, επιλέγουμε
και ορίζουμε το ήδη στο μέλλον προδιαγεγραμμένο μέλλον μας…

Θυμάμαι πάντα που όταν κάναμε τέτοιου είδους
συζητήσεις μου έφερνε διάφορα παραδείγματα από το περιβάλλον που γνωρίζουμε.
Και για την προκείμενη συζήτηση μου έθετε το παράδειγμα της μύγας.  Μου έλεγε «ας πάρουμε το παράδειγμα της μύγας
μέσα στο αμάξι που κινείται. Η μύγα κινείται μαζί με την κίνηση του αμαξιού,
όμως αδυνατεί, λόγω φύσης, να αντιληφθεί αυτή τη διπλή κίνηση που γίνεται. Τη
δική της στο χώρο του αμαξιού και του αμαξιού σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο,
για να μην αναφέρω την κίνηση του κόσμου σε σχέση με το σύμπαν κ.ο.κ.»

Μετά συνέχιζε με άλλα παραδείγματα, για παράδειγμα
θυμάμαι που πόσο παραστατική ήταν όταν μου έλεγε «Ας φύγουμε τώρα από τη μύγα
και ας ζωγραφίσουμε έναν κύκλο και μια ευθεία γραμμή. Ας υποθέσουμε πως ο
κύκλος, η ευθεία γραμμή ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα ορίζει το χρόνο. Πρέπει εδώ να
παραθέσω τα λόγια του Kant που λένε πως το χρόνο τον αντιλαμβανόμαστε μόνο μέσα
από μεταφορές που εμπλέκουν τον χώρο. Ας τοποθετήσουμε μια κουκκίδα σε αυτή τη
γραμμή, την ευθεία ή την κυκλική, και ας βάλουμε τον εαυτό μας εκεί, στον
παροντικό χρόνο. Έχουμε πλήρη αντίληψη της ύπαρξής μας στον χώρο, είτε αυτός
είναι γραμμικός – άρα μη επαναλαμβανόμενος, είτε κυκλικός – άρα
επαναλαμβανόμενος -. Άλλα όπως και η μύγα νομίζει πως ο μόνος πραγματικός χώρος
είναι ο δικός της, μήπως και εμείς όντας στην κουκκίδα μας νομίζουμε πώς
είμαστε όπως είμαστε? Μήπως αν κοιτάζαμε την κουκκίδα μας από αλλού, όπως και ο
άνθρωπος κοιτάει τη μύγα, τα πράγματα να έπαιρναν άλλη αξία?»

Πάντα τη χάζευα την Κόρνους όταν μίλαγε.
Ταξιδεύαμε μαζί σε κόσμους που έφτιαχνε στο μικρό της μυαλό και χανόμασταν
παρέα σε αυτούς. Κάθε φορά που μου μίλαγε για τους κόσμους που έπλαθε εγώ
κράταγα το κεφάλι μου με τα χέρια μου και απολάμβανα τις εικόνες που μου
ζωγράφιζε στη φαντασία μου με τα μάτια κλειστά. Αν μάσαγα και κανένα φύλλο, ή
μόσχο από σιτάρι θα έμοιαζε με την τέλεια εικόνα ανεμελιάς και ευτυχίας.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς θα μπορούσα να χαρακτηρίσω
την αγαπημένη μου Κόρνους. Για λουλούδι, και μάλιστα για ένα τόσο μικρό και
απλό λουλούδι, θα έλεγα πως ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκη.

Της άρεσε πάντα να διευρύνει το νου της και να
μαθαίνει καινούρια πράγματα, να συζητά με τις ώρες και να ακούει ιστορίες από
διάφορους κόσμους, λες και ήθελε να τους κάνει δικούς της. Ο αγαπημένος της
ήρωας ήταν ο Ατρέιου, που στα ινδιάνικα σημαίνει παιδί όλου του κόσμου. Ήταν ο
μικρός, αλλά τόσο ατρόμητος ήρωας από το καταπληκτικό βιβλίο «Ιστορία δίχως
τέλος» του Michael Ende. Έτσι και η Κόρνους, ένιωθε πως ανήκει παντού και
πουθενά. Ένιωθε πως και η ίδια ήταν παιδί όλου του κόσμου. Αυτό ίσως να
οφείλεται στο ότι την χαρακτήριζε ένας παιδικός ενθουσιασμός σε όλα και ότι
πολύ εύκολα την κούραζαν οι ίδιες και οι ίδιες καταστάσεις. Της άρεσε να πετάει
ψηλά την καρδιά της και να ορμάει να την πιάσει. Της άρεσε να νιώθει οικία με
όλες τις καταστάσεις και όλους τους τόπους, όλους τους ανθρώπους και όλα τα
μέρη.

Ήταν έξυπνη
και είχε πάντοτε μια ευχάριστη διάθεση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Δε
ντρεπόταν ποτέ να κλάψει μπροστά μου. Ακόμη και μπροστά σε οποιονδήποτε άλλο.
Όσο εύκολο της ήταν να ξεσπάσει σε γέλια μέχρι δακρύων, άλλο τόσο εύκολο της
ήταν να ξεσπάσει σε λυγμούς που την έπνιγαν. Για αυτό την αγαπώ ακόμα και τώρα
την Κόρνους. Γιατί δεν μπορούσε να είναι ποτέ πολύ κοντά με τον κόσμο γύρω της,
γιατί ήταν τόσο πολύ κοντά μόνο με ίδιο της τον εαυτό. Έναν εαυτό που πολλοί δυσκολεύονταν
να καταλάβουν. Μα πάνω απ’όλα η Κόρνους ήταν φίλη μου, το πιο φωτεινό βλέμμα
που αντίκρισε το δικό μου βλέμμα. Ήταν αρκετή μόνο μια στιγμή, όταν ενώθηκαν τα
βλέμματά μας σε μια κατάλευκη αίθουσα, για να ζωντανέψει μέσα μου ένα από τα
πιο δυνατά συναισθήματα που έχω νιώσει μέχρι τώρα για λουλούδι. Και αυτό δε θα
μπορούσε να συμβεί αν δεν ήταν η Κόρνους απέναντί μου.

Αυτό το άρθρο θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει στην κατήγορία “favourite films” αλλά επειδή ξεπερνάει, για εμένα, το επίπεδο μιας απλά καλοστημένης ταινίας, τόσο σεναριακά, όσο και σκηνοθετικά, φωτογραφικά, μουσικά, ενδυματολογικά, ειδικών εφέ, φιλοσοφικά κ.α. , την παραθέτω σε ξεχωριστό φάκελο.

(Η ζωή σαν ανάμνηση, σε κάποια άλλη διάσταση, του ίδιου μας του εαυτού και η ύπαρξη του παρόντος σαν απειροελάχιστος χρόνος, που μοιράζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον – και κατά συνέπεια χάνει τη μονοδιάστατη αξία του - αφού δεν πιάνεται στην πραγματικότητα, αποτελούν σκέψεις που με απασχολούν χρόνια τώρα. Η ύπαρξη του μέλλοντος χρόνου, έστω και του πιο άμεσου είναι δεδομένη, όσο δεδομένη είναι και η ύπαρξη του παρελθόντος, με τη μορφή αναμνήσεων, αλλά και με ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτό. Η διάσταση η σχετική με τα όνειρα είναι ένα άλλο κεφάλαιο, πολύ σχετικό με αυτές τις σκέψεις, αλλά πολύ μεγάλο για να αναλυθεί εδώ.

 Αν θέσουμε το ερώτημα αν υπάρχει μέλλον, με βάση την τωρινή υπόσταση του σύμπαντος κόσμου και όλων των θεωριών που επιβάλλουν την ύπαρξή του με τη μορφή που γνωρίζουμε, η απάντηση είναι…ναι? Και αν είναι ναι, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε πως το μέλλον θα έχει γραμμένη κάπου την ιστορία που βιώνουμε σήμερα, αλλά αδυνατούμε να γνωρίζουμε τις επιπτώσεις των πράξεών μας? Αν η απάντηση είναι και πάλι ναι, τότε δεν προκύπτει το ερώτημα ” Αν ύπάρχει μέλλον, και αυτό κάποια στιγμή στο μέλλον που εμείς αγνοούμε έχει γράψει μια ιστορία για το παρόν που βιώνουμε σήμερα και απλά δεν είμαστε ικανοί να γνωρίζουμε τις συνέπειές του, μήπως αυτό συμβαίνει γιατί το παρόν είναι ήδη δηλωμένο να γίνει έτσι?

ΠΡΟΣΟΧΗ! Εδώ δε μειώνω τη δύναμη και ικανότητα της ανθρώπινης επιλογής για το μέλλον που θέλει να ορίσει ο καθένας από εμάς για τον εαυτό του. Αντιθέτως, την εισάγω στο ενδεχόμενο οποιαδήποτε επιλογή του να είναι κομμάτι αυτής της μη αναγνωριστικής διαδικασίας.

Κατά συνέπεια, αναρωτιέται κανέις κατά πόσο υπάρχουμε στην πραγματικότητα 100% ή κατά πόσο νομίζουμε πως ζούμε, επιλέγουμε και ορίζουμε το ήδη στο μέλλον προδιαγεγραμμένο μέλλον μας…

Ας πάρουμε το παράδειγμα της μύγας μέσα στο αμάξι που κινείται. Η μύγα κινείται μαζί με την κίνηση του αμαξιού, όμως αδυνατεί, λόγω φύσης, να αντιληφθεί αυτή τη διπλή κίνηση που γίνεται. Τη δική της στο χώρο του αμαξιού και του αμξιού σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, για να μην αναφέρω την κίνηση του κόσμου σε σχέση με το σύμπαν κ.ο.κ.

Ας  φύγουμε τώρα από τη μύγα και ας ζωγραφίσουμε έναν κύκλο και μια ευθεία γραμμή. Ας υποθέσουμε πως ο κύκλος, η ευθεία γραμμή ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα ορίζει το χρόνο. Πρέπει εδώ να παραθέσω τα λόγια του Kant που λένε πως το χρόνο τον αντιλαμβανόμαστε μόνο μέσα από μεταφορές που εμπλέκουν τον χώρο. Ας τοποθετήσουμε μια κουκίδα σε αυτή τη γραμμή, την ευθεία ή την κυκλική, και ας βάλουμε τον εαυτό μας εκεί, στον παροντικό χρόνο. Έχουμε πλήρη αντίληψη της ύπαρξής μας στον χώρο, είτε αυτός είναι γραμμικός – άρα μη επαναλαμβανόμενος, είτε κυκλικός – άρα επαναλαμβανόμενος -. Άλλα όπως και η μύγα νομίζει πως ο μόνος πραγματικός χώρος είναι ο δικός της, μήπως και εμείς όντες στην κουκίδα μας νομίζουμε πώς είμαστε όπως είμαστε? Μήπως αν κοιτάζαμε την κουκίδα μας από αλλού, όπως και ο άνθρωπος κοιτάει τη μύγα, τα πράγματα να έπαιρναν άλλη αξία?

Αυτές είναι καθαρά δικές μου αναλύσεις και μπορεί να βρίσκουν αντίθετους πολλούς, μιας και αρνούνται οποιαδήποτε “λογική”ανάλυση περί ζωής και θανάτου που επιβάλλουν ή υοθετούν διάφορα θρησκεύματα ή άλλοι “κανόνες”.)

Για όποιον στέκεται μόνο στα παραπάνω είναι δεδομένο πως δε θα απογοητευτεί. Για όποιον μπαίνει στην υπόθεση αυτή καθ’αυτή είναι δεδομένο πως θα αναλογιστεί κάποια πράγματα, έστω και στη μορφή απλής υπόθεσης. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να μπουν στον κόπο.

Παραθέτω εικόνες που μου γεννούν προβληματισμούς από ανθρώπους που τους έχουν εκφράσει πολύ νωρίτερα από εμένα…χωρίς σειρά προτεραιότητας.

“Το πιο σημαντικό κομμάτι του εαυτού μας δεν είναι αυτό που επιβιώνει χάρη στην καλή μας τύχη. Είναι αυτό που μένει όταν η τύχη μάς έχει αποχαιρετήσει. Στο τέλος, ο πίθικος θα σε προδώσει. Πάντα. Και η πιο σημαντική ερώτηση που έχεις να θέσεις στον εαυτό σου είναι: όταν συμβεί αυτό, ποιός θα μείνει κοντά σου;”

Mark Rowlands – “Ο Φιλόσοφος και ο Λύκος”

“Όσοι δεν έχουν αυτοπειθαρχία, σύντομα βρίσκουν κάποιον να τους την επιβάλει”

Nietzche

“Δυο πράγματα δεν παύουν να μου προκαλούν θαυμασμό: ο έναστρος ουρανός από πάνω μου και ο ηθικός κώδικας μέσα μου”.

“Αν οφείλω, μπορώ”

Immanuel Kant

“Η πραγματική καλοσύνη στον άνθρωπο μπορεί να εμφανιστεί ελεύθερα και καθαρά μόνο σε σχέση με αυτούς που δεν έχουν δύναμη. Η πραγματική ηθική δοκιμασία της ανθροπώτητας (η πιο ουσιαστική και τόσο βαθειά κρυμμένη ώστε να μην τη βλέπουμε) έγκειται στη σχέση του ανθρώπου με όσους είναι στο έλεός του: τα ζώα. Και εκεί ακριβώς έγκειται και η μεγαλύτερη αποτυχία του ανθρώπου. Είναι τόσο θεμελιώδης αυτή η αποτυχία, ώστε όλες οι υπόλοιπες αποτελούν απλώς τη φυσική της συνέπεια”.

Milan Kundera – “Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι”

“Όπως κι αυτός που κόβει την πίτσα δεν ξέρει ποιο κομμάτι θα πάρει, έτσι κι εκείνος που οργανώνει την κοινωνία,δεν θα πρέπει να ξέρει ποιαθέση θα έχειστην κοινωνία που σχεδιάζει”.

John Rawls – “Η αρχική θέση”

“Υπήρχε μια εποχή στη ζωή μας που ήμαστε τόσο κοντά, ώστε τίποτε δεν έμοιαζε να εμποδίζει τη φιλία και την αδελφοσύνη μας, και μόνο ένα μικρό γεφυράκι μας χώριζε. Την ώρα που ετοιμαζόσουνα να το πατήσεις, εγώ σε ρώτησα “Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι και να έρθεις σε μένα?” Αμέσως εσύ σταμάτησες να το θέλεις. Και όταν σε ξαναρώτησα έμεινες σιωπηλός. Από τότε βουνά και χείμαρροι και όλα όσα χωρίζουν κι αποξενώνουν ορθώθηκαν ανάμεσά μας, κι ακόμα κι αν θέλαμε να συναντηθούμε, δεν μπορούσαμε. Αλλά όταν τώρα θυμάσαι εκείνο το μικρό γεφυράκι, χάνεις τα λόγια σου, ξεσπάς σε λυγμούς και απορείς…”. “…Ένα πρόσωπο πρόκειται να περάσει το γεφυράκι-δηλαδή, να πλησιάσει το άλλο- όταν το δεύτερο πρόσωπο το καλεί να κάνει ακριβώς αυτό το ίδιο πράγμα που είχε ήδη κατά νου. Τότε το πρώτο πρόσωπο δεν μπορεί να κάνει το βήμα, γιατί τώρα θα έμοιαζε σαν να υποτάσσεται στο άλλο-απ’ ‘ο,τι φαίνεται, η εξουσία παρεμβαίνει και εμποδίζει το πλησίασμα”.

“Συνήθως, οι αποχαιρετισμοί συνοδεύονται από την άρνηση της μονιμότητας του γεγονότος¨ο κόσμος λέει Auf Wiedersehen-εις το επανιδείν. Βιάζονται να προγραμματίσουν επανασυνδέσεις κι έπειτα, ακόμα πιο γρήγορα, ξεχνούν τις αποφάσεις τους. Εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Προτιμώ την αλήθεια-η οποία είναι ότι πιθανότατα δεν θα ξαναειδωθούμε”.

“‘Αν δεν γίνεις ο κύριος της πορείας της ζωής σου, σημαίνει ότι επιτρέπεις στην ύπαρξή σου να αποτελεί ατύχημα”.

“Η ζωή δεν θα ‘πρεπε ποτέ να τροποποιηθεί ή να συνθλιβεί εξαιτίας της υπόσχεσης κάποιου άλλου είδους ζωής στο μέλλον. Αυτό που είναι αθάνατο είναι αυτή η ζωή, αυτή η στιγμή. Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα κι εσύ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο¨.

“Amor fati” / “Αγάπα τη μοίρα σου”…θα σου μάθαινα πώς να ξεπερνάς την απόγνωση με το να μετατρέπεις το “ήταν να γίνει έτσι” σε “έτσι το θέλησα”.

Irvin D. Yalom – “Όταν έκλαψε ο Νίτσε”

“Τώρα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο, όχι μονάχα για τα γαρύφαλα, όχι μονάχα για να βρούμε το μέλι, χρειαζόμαστε τα χέρια μας για να πλύνουμε και ν’ανάψουμε φωτιά. Και τότε ας τολμήσει ο σκληρός χρόνος να προκαλέσει την απεραντοσύνη τεσσάρων χεριών και τεσσάρων ματιών”.

“Θέλω όταν ο άνθρωπος γεννιέται, ν’ανασαίνει τα λουλούδια, το φρέσκο χώμα, την άψογη φωτιά κι όχι αυτό που όλοι ανάσαναν”.

“Τώρα δεν ξέρω τι να είμαι επιλήσμων ή γεμάτος σεβασμό, να εξακολουθήσω να δέχομαι συμβουλές ή να ψέξω τα παραμιλητά τους; δεν κάνω για ανεξάρτητος, χάνομαι μέσα σε τόση λόχμη, και δεν ξέρω, να βγω ή να μπω, ναπερπατήσω ή να σταθώ, να αγοράσω γάτους ή ντομάτες. Θα προσπαθήσω να καταλάβω αυτό που δεν πρέπει να κάνω και να το κάνω. Κι έτσι να μπορέσω να δικαιολογήσω τους δρόμους που μου χάνονται, γιατί αν ο ίδιος δε λαθεύω, ποιός θα πιστέψει στα λάθη μου; Και αν συνεχίσω ναείμαι σοφός, κανείς δε θα με λογαριάζει. Μα θα προσπαθήσω να αλλάξω, να χαιρετώ με προθυμία, να τηρώ τα προσχήματα με επιμονή και ενθουσιασμό ως να γίνω αυτό που θα ‘θελαν να είμαι, ως ότου να είμαι οι άλλοι. Τότε λοιπόν, αν μ’αφήσουν ήσυχο, θα αλλάξω το πρόσωπο που έχω, θα κάνω διαφορετικό πετσί, κι όταν πια θα’χω άλλο στόμα, άλλα παπούτσια, άλλα μάτια, όταν πια θα’μαι διαφορετικός και κανείς δε θα μπορεί να μ’αναγνωρίσει, θα εξακολουθώ να κάνω το ίδιο γιατί δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο”.

Πάβλο Νερούδα – ” Εστραβαγάριο”

Rabiosa

Και μέσα σε όλα όσα τρέχουν και όσα αδρανούν, αυτό το κομμάτι είναι ένας καλός λόγος  να ανανεώσω αυτό το blog. Και το αφιερώνω όλο σε μένα!

AAO xenia mastoraki

AAO xenia mastoraki

Exarchia is a district in the center of Athens, a location where the relationship between people and topos is still controversial. Different groups of people try to fortify their presence there, resulting in frequent conflicts and a general tense atmosphere. Though, there, still one can find neighborhoods that reming the glory of the old center of Athens.

AAO Project ETHICS/AESTHETICS

 σε συνεργασία με το PARSONS-THE NEW SCHOOL FOR DESIGN

Το Μάρτιο ξεκίνησε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πρωτοποριακό workshop, για τα ελληνικά δεδομένα. Σκοπός του η άμεση λύση στα κοινωνικοπολιτικά-αστικά προβλήματα, μέσω του design, μίας περιοχής με πολύ ιδιαίτερο και πολυποίκιλο χαρακτήρα, τα Εξάρχεια.

Τα Εξάρχεια  πήραν το όνομά τους από έναν έξαρχο που ζούσε εκεί και προμήθευε με προϊόντα την περιοχή.  Πρωτοκατοικήθηκαν από ανθρώπους που ζούσαν σε νησιά του Αιγαίου, γεγονός που οδήγησε στην κατασκευή στενών δρόμων και αρχιτεκτονικών στοιχείων  που μας παραπέμπουν στην αιγαιοπελαγίτικη αρχιτεκτονική.

Τα σύγχρονα Εξάρχεια έχουν εμβληματικά στοιχεία που τα κάνουν αναγνωρίσιμα σήμερα. Αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, εκτός από τα παλαιά νεοκλασικά σπίτια, έχει η σημαντικής αξίας «Μπλε Πολυκατοικία», αρχιτέκτονας της οποίας ήταν ο Παναγιωτάκος, και η οποία κατασκευάστηκε το 1932 σε τεχνοτροπία Bauhaus. Η ιστορία της είναι ιδιαίτερη, μιας και αποτελεί την πρώτη κοινωνική πολυκατοικία στην Αθήνα και το υψηλότερο κτίριο για εκείνη την περίοδο. Εκτός όμως από αυτήν, ιστορική και αρχιτεκτονική αξία κουβαλάει και το Πολυτεχνείο του αρχιτέκτονα Καυτατζόγλου.

Σήμερα η περιοχή χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που άλλοτε με δυσκολία και άλλοτε με καλή διάθεση προσπαθούν να συμφιλιωθούν.

Μέσω της προσεκτικής ανάλυσης, που προέκυψε μέσα από τα μάτια τόσο των ελλήνων συμμετεχόντων, όσο και των φιλοξενούμενων από το Parson The New School for Design, αναγνώστηκαν τα κοινωνικοπολιτικά-αστικά προβλήματα της περιοχής. Μετά από πολύωρες συζητήσεις και μεθοδολογίες αποτύπωσης και προτάσεων (brainstorming), το τελικό αποτέλεσμα απέδειξε πόσο εφικτή, έστω και με συμβολικό τρόπο, μπορεί να είναι η απάντηση στο πρόβλημα.

Το αποτέλεσμα, τόσο πρακτικά όσο και συμβολικά, κατάφερε με ιδιαίτερη επιτυχία να προσκαλέσει και να προκαλέσει τους κατοίκους και περαστικούς τόσο των Εξαρχείων όσο και της γειτονικής περιοχής  του Κολωνακίου να συμμετάσχουν σε ένα ζωντανό παιχνίδι με διαδραστικό χαρακτήρα.

Με τη βοήθεια ανακυκλώσιμων υλικών, όπως των χάρτινων ποτηριών, που ήταν συνδεδεμένα με σπάγκο, το «μήνυμα» ήταν να μεταδοθεί από το Κολωνάκι στα Εξάρχεια -και το αντίθετο- η λέξη αυτή που χαρακτηρίζει περισσότερο για τον καθένα την υπό μελέτη περιοχή. Η συμμετοχή του κόσμου ήταν απροσδόκητη, ενώ η παρουσία της ομάδας parkour βοήθησε με το δικό της τρόπο να δείξει πώς το ανθρώπινο σώμα, πέρα από τα στερεότυπα, μπορεί να συνδράμει με εναλλακτικούς τρόπους στη μεταφορά δεδομένων. Μέσα από της συνεχείς παραμορφώσεις των λέξεων, αλλά και μέσα από τη διαφορετική σημασία που έχει για τον καθένα η λέξη Εξάρχεια, μαζεύτηκε με τη μορφή παιχνιδιού ένας σημαντικός αριθμός συναισθημάτων. Σκοπός του project αυτού ήταν να αποτελέσουν τα Εξάρχεια ένα λόγο συνύπαρξης και συμμετοχής διαφορετικών ανθρώπων σε ένα παιχνίδι κοινωνικής και γεωπολιτικής συμφιλίωσης.

AAO Project ETHICS / AESTHETICS
in collaboration with PARSONS-THE NEW SCHOOL FOR DESIGN



In March there began a very interesting and innovative for the Greek standards workshop. The purpose of this was the research of an immediate solution to the socio-urban problems, through design, in an area with very unique and diverse character, Exarchia.

 
Exarchia took their name from an Exarch who lived there and was supplying with products the region. This place has been inhabited by people living on islands, a thing that resulted in the construction of narrow streets and architectural elements, referring to the Aegean architecture.
Modern Exarchia are embodied with emblematic figures that make them recognizable today. As for its architectural interest, apart from the neo-classical houses, the “Blue Building”, architect of which was Panagiotakos, has a significant value. It was built in 1932 in the style of Bauhaus. Its story is great, since it is the first social building in Athens and the highest building at that time. Apart from that, historical and architectural value carries also the National Technical University of Athens, designed by the architect Kaftatzoglou.

 
Today the area is characterized by the coexistence of many different social groups, which sometimes with difficulty and sometimes with good will, try to reconcile.

 
Through a careful analysis, revealed through the eyes of both the Greek participants and guests from Parson The New School for Design, were read the socio-urban problems of the region. After long discussions, methodologies and proposals (brainstorming), the final result proved that the feasibility, even if symbolically, can be the answer.

 
The result, both practically and symbolically, managed to invite with great success, both the residents and the passengers from Exarchia and the neighboring area of ​​Kolonaki, to participate in a live game with an interactive character.
Using recyclable materials such as paper cups, which were connected with string, the “message” was transmitted from Kolonaki to Exarchia -and opposite- the word that describes more accurately the study area. The crush was unexpected, and the presence of parkour team helped, in their own way, to show how the human body beyond the stereotypes, can assist with alternative ways to transfer data. Through the continuous deformation of words and through the different importance for each person of what Exarchia means, there was gathered a significant number of emotions. The purpose of this project was to provide a reason for Exarchia to promote the coexistence of different people to participate in a game of geopolitical and social reconciliation.

The text was cured by Xenia Mastoraki

About AAO Project:

Going back to the Basics. Reinforcing the foundations of society.

Energy and water consumption, recycling, awareness of local cultures, sustainability, economy and saving of resources: few but important imperatives that affect our daily life both as citizens and professionals. Since the beginning of the 2000s it has been impossible for architects, designers and artists not to wholeheartedly dedicate themselves to social imperatives due to the global order rising on a global level. They search for the legitimation of their work and for activities that are relevant to the society’s fundamental needs. This legitimation is connected with parameters that move outside the existing confines of the formal and the aesthetical towards the ethical. Sacrifice of authorship in the name of bottom-up design and true collaboration is overtaking the genius creator as bearer of insights. Collective action towards the recovery of a social bond is now an imperative. Process is overtaking end-result, and form is being relegated.

Ethics / Aesthetics objectives

The objective of the AAO project: Ethics / Aesthetics is to explore the moral values related to territorial practices and to communicate the conclusions to the public.

In particular, Ethics / Aesthetics aims to promote the current social dimension of Architecture through the expansive analogies with Design and Art; and by enhancing the field of Architecture, to suggest solutions on social and ecological issues – both in relation to public space and the improvement of everyday life.

Moreover, Ethics / Aesthetics is a platform through which architecture, design and art can initiate a democratic and productive dialogue on crucial issues that concern all citizens and their quality of life as this is manifested in public space.

The Ethics / Aesthetics philosophy:

  • Design as action of relief
  • Design as a tool for building up equality
  • Design as inspiration

Finally, an additional objective of Ethics / Aesthetics is to explore the impact of these new participatory processes on the field of spatial practices and on the creation of new evaluation criteria, as well as the need for the existence of such criteria. These issues are posed through the way the main exhibition is structured.

 Ethics/Aesthetics stems from a genuine interest in the convergence and contend between aesthetical forms and ideological modes of self-description and identification. Εspecially since the attacks on the Twin Towers, architects, designers and artists have attempted to re-establish their social and political role and significance. Stress and confusion regarding evaluation criteria is inevitably being detected since the familiar formal and functional doctrines have been combined or diminished in favor of, for some, a vague notion of service to the social, the unprivileged and the underserved by the design profession. Individual resistance is overtaken by collective action towards the recovery of a social bond. Sylvia Lavin notes ‘Architecture’s use of sociological imagery […] tends to overestimate its truth-value and underestimate its value in establishing standards of good behavior.’1

By categorizing works according to their aesthetical and/or ethical concern, Ethics/Aesthetics aims at creating a platform of discussion on the issue of evaluation criteria. It thus presents works that negotiate ethics and aesthetics, or promote the one at the expense of the other. In Activism. Groups with Vision formal aspects become relegated in favor of discursive exchange and negotiation. In Society & Aesthetics works immobilize innovative strategies for addressing urban, social, environmental issues and at the same time keep a distinctive aesthetic language. Here prevails the belief that design is never neutral –beauty, function and ethics are not disconnected– or else, new practices develop new forms of aesthetics and, according to Rancière, the aesthetic already contains an ameliorative assurance. In works of Identity. Commercial Ethics aesthetics symbolize an ethical stance, and works of Action – Reaction! utterly eschew political correctness and adopt a reactionary to the (consumer) society attitude, negation of the expected, and discomfort that is close to the Dadaist tradition. Can Αrchitecture effectively challenge and/or change social organization?

Opposition to the prevailing sociopolitical order is a common denominator among many works. However, in a certain way, it is precisely the global macro-structures of the capitalist way of production that provoke micro-structural resistances – that is, forms of self-organization on the social, technological, and cultural levels. At the same time, these ‘deviations’ materialize and articulate themselves on the very matrix of capitalism and draw their entire material from this world. Between the macro-level of existing powers and hegemonies on one side and forms of self-organization, there is a constant exchange of means of production and investments, which do not have the same origin, but are still intertwined so closely as to have become indistinguishable. This makes all retrospective political reference so difficult and eventually turns it into a complicated archaeological and genealogical task of reading semiotic and material traces, which again lead to other traces.

In the main exhibition, a number of activists have chosen to employ a corporate hierarchy in their group and others a communication language that borrows its beat from the mass media. Other teams have chosen the prevailing art system, including gallery spaces, for the dissemination of their works. Some creators have chosen a marketable yet socially and environmentally responsible brand method to enhance their profile. Some works stay at the margins of the market-driven production and remain in small commissions, in snatches or in early phases of their designers’ paths.

In addition, during the first Conference, speakers will explore the spatial translations of ethics and aesthetics and the critical role of new spatial practices within the current social, political and environmental context.

How does the AAO: Ethics / Aesthetics act?

The interaction between ethics and aesthetics unfolds in series of events reflecting an interdisciplinary approach: exhibitions, two cross-disciplinary conferences, workshops and various other action-performances employ diverse cooperative groups consisting of specialists in their field (architects, designers and artists) who act collectively with a view to find solutions to imminent social and environmental issues.

February – May 2011

Academic workshops
The installation-outcome of the workshops will be presented at the Benaki Museum, Pireos Annex, Athens

The workshops employ diverse collaboration models between universities and each workshop addresses an aspect of the philosophy of the AAO project: Ethics/Aesthetics.

Collaborating Universities are the Parsons The New School for Design, New York, the National Technical University of Athens, the University of Thessaly, Greece, the Athens School of Fine Arts, and the Université Paris 8, CITU research center of Paragraphe Laboratory. The aim of the workshops is to reinforce environmental and social actions among the younger generation.

The AAO open call for participation applies to the two following workshops:

AAO workshop with Parsons The New School For Design

Within the spring semester Greek students will work with students from Parsons The New School for Design New York through the ground-breaking online platform AAO online-Social Design Academy (http://network.aaoproject.org/), an interactive online platform that allows exchange of ideas, opinions and information; as well as a workshop that will take place in Athens from March 12 to 18. The workshop will lead to an action within the urban fabric of Athens and will be completed with a documentation of the process and the action leading to video, graphics and photos comprising an installation that will be exhibited from 6 June to 31 July at the Benaki Museum, Athens, section ‘workshops’. 

Professors: Lydia Matthews, Michael Morris, Lina Stergiou, Radhika Subramaniam.

PHOTOS ARCHIVE:

ATHENS_ANSLEY WHIPPLE

ATHENS_ANSLEY WHIPPLE

THE NEW ACROPOLIS MUSEUM_ANSLEY WHIPPLE

THE NEW ACROPOLIS MUSEUM_ANSLEY WHIPPLE

LIFE PATHS

LIFE PATHS

RECORDING PATHS & CITY SOUNDS

RECORDING PATHS & CITY SOUNDS

BRAINSTORMING

BRAINSTORMING

MAPPING PATHS

MAPPING PATHS

BRAINSTRORMING ALLTOGETHER

BRAINSTRORMING ALLTOGETHER

JUST A BREAK FOR MAI & BLAND

JUST A BREAK FOR MAI & BLAND

TEENAGE NINJA TURTLE

TEENAGE NINJA TURTLE

VOICE WEAPONS

VOICE WEAPONS

WEAPON'S THREAT BY BLAND HOKE

WEAPON'S THREAT BY BLAND HOKE

TESTING, TESTING...

TESTING, TESTING...

BRAINSTRORMING ONCE AGAIN

BRAINSTRORMING ONCE AGAIN

PABLO GOMEZ URIBE@PEEPOINT PROJECT

PABLO GOMEZ URIBE@PEEPOINT PROJECT

RUNNING...

RUNNING...

MEHDI SALEHI@THE PEEPOINT PROJECT

MEHDI SALEHI@THE PEEPOINT PROJECT

VOICE OF KOLONAKI

VOICE OF KOLONAKI

VOICE OF EXARHIA

VOICE OF EXARHIA

PRESENTATION

PRESENTATION

MY BELOVED MAI & ME

MY BELOVED MAI & ME

PRESENTATIONS

PRESENTATIONS

ALMOST END...

ALMOST END...

WHO SAID PROFS AINT COOL?

WHO SAID PROFS AINT COOL?

PARKOUR

PARKOUR

PARKOUR

PARKOUR

 

I want to thank Eleanna, Costantia, Mehdi, Natalia, Ioannis, Anna, Marios &  the “Parsons The New School For Design, N.Y”  Mai, Ansley, Bland, Kelli, Orlando, Pablo, Tamara. Special thanks to Lina Stergiou, Maria Daskalaki, Lydia Matthews, Michael Morris & Radhika Subramaniam. Finally, I want to thank Panos & all the Parkour boys & girls for their presence in our project..keep well&see you around..!

 ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΩΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ

Γενικά για το Τοπιο

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο, που πραγματοποιήθηκε στη Φλωρεντία το 2000, προσδιορίστηκε με απόλυτη σαφήνεια πως «Τοπίο ορίζεται ένα προσδιορισμένο τμήμα περιοχής, έτσι όπως την έχει αντιληφθεί ο πληθυσμός ο οποίος τη βιώνει και της οποίας ο χαρακτήρας αποτελεί ένα συνονθύλευμα πράξεων από φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, καθώς και από τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις».

convenzione europea del paesaggio

convenzione europea del paesaggio

Ιστορική αναδρομή

Η οργάνωση του τοπίου από την αρχαιότητα διαδραμάτιζε ιδιαίτερο ρόλο στην οργάνωση της κοινωνίας. Από την αρχαία Ελλάδα με την παρουσία της Αγοράς, όπου ήταν χώρος συνάθροισης και προβληματισμού των πολιτών, την αρχαία Αίγυπτο, τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας -ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου-, τους περσικούς κήπους, όπως περιγράφηκαν από τις διηγήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι τις περιγραφές του Βιτρούβιου για τα “hortus romano”, τους ισλαμικούς συμβολικούς  κήπους

Taj Mahal

Taj Mahal

 και τους αναγεννησιακούς κήπους του 15ου-16ου αιώνα -που ήταν δείγμα κοινωνικού γοήτρου-, γίνεται αντιληπτός ο ρόλος και η αξία της παρουσίας μελετημένων υπαίθριων χώρων στην καθημερινότητα των πολιτών μιας κοινωνίας, ακόμη και αν αυτή αφορά σε διαφορετικούς λόγους κατά περίπτωση. Δεν πρέπει εδώ να παραβλέψουμε την εξέχουσα πορεία των κήπων και των δημοσίων υπαίθριων χώρων στην κλασσική Γαλλία του Λουδοβίκου του 14ου, με τον Andre Le Notre (1613),

Versailles

Versailles

 τους αγγλικούς κήπους του 18ου αιώνα, την αξιοσημείωτη παρουσία των ιαπωνικών και κινέζικων κήπων. Βλέπουμε λοιπόν πως η οργάνωση των δημόσιων και ιδιωτικών υπαίθριων χώρων πρασίνου είχαν ανέκαθεν σημαντικό ρόλο στην κοινωνία, σε κάθε σημείο της γης και σε κάθε εποχή. Ειδικά κατά το 18ο  και 19ο αιώνα παρατηρείται μια άνευ προηγουμένου αλλαγή στην οργάνωση των μεγαλουπόλεων που οφείλεται κυρίως σε πολιτικές συνθήκες. Παραδειγματικά αναφέρουμε το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Βιέννη και την Ουάσινγκτον. Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι που οδήγησαν σε σημαντικές αλλαγές στην εικόνα των μοντέρνων μεγαλουπόλεων, όπως για παράδειγμα η οικονομική άνθιση που παρατηρείται εκείνη την εποχή, με τη βιομηχανική επανάσταση. Παραδείγματα αυτής της κατηγορίας αποτελούν οι πόλεις της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ και του Τόκιο.

New York

New York

Σχέση φύσης με αρχιτεκτονική

Σε άμεση σχέση με τα προηγούμενα, πρέπει να τονίσουμε την άρρηκτη σχέση ανθρώπου και φύσης και το πώς αυτή επηρεάζει την αρχιτεκτονική. Υπάρχουν πολλές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τη φύση και πάντα ο ρόλος του ανθρώπου σε αυτές είναι καθοριστικός. Μερικές από αυτές έχουν να κάνουν με την παρουσία της φύσης πάνω στο αρχιτεκτονικό έργο, στις όψεις αυτού, στο εσωτερικό του, στην άμεση αλληλεπίδραση της αρχιτεκτονικής με το περιβάλλον της και στη μίμηση της φύσης από την αρχιτεκτονική. Μιλάμε επίσης για σχέσεις που άλλοτε είναι η αρχιτεκτονική αυτή που συμβάλει στη δημιουργία τοπίων και τοποσήμων και άλλοτε που τα ίδια τα τοπία είναι πρωταγωνιστές σε σχέση με την υπάρχουσα αρχιτεκτονική παρουσία ή τέλος, όταν αυτά τα δύο συνδιαλέγονται άριστα μεταξύ τους.  Παράδειγμα της πρώτης σχέσης έχουμε με την Ακρόπολη στην Αθήνα, τον πύργο της Πίζας, το Κολοσσαίο στη Ρώμη, τη Βασιλική της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη,

Aghia Sofia

Aghia Sofia

 το Opera House στο Σύδνεϋ κ.α. Σε αυτά τα παραδείγματα το τοπίο «χάνεται» εξαιτίας του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει η αρχιτεκτονική παρουσία εκεί, με αποτέλεσμα να καθιστά τις περιοχές αυτές τοπόσημα, τόπους μνήμης και σύμβολα. «Η καλή αρχιτεκτονική τοποθετημένη σε ένα περιβάλλον γίνεται η ίδια τόπος». Άλλωστε οποιαδήποτε παρέμβαση του ανθρώπου στο χώρο είναι τοπίο. Η Αρχιτεκτονική είναι Τοπίο. Παραδείγματα της δεύτερης σχέσης  αποτελούν οι Πυραμίδες της Αιγύπτου, η Villa Savoye του,  Le Corbusier, το Fallingwater του F.L.Wright.

The Falling Watter House

The Falling Watter House

 Μια σχέση πιο άμεση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τη φύση έχουμε με την άμεση παρουσία της φύσης στο ίδιο το αρχιτεκτόνημα, όπως με τους κρεμαστούς κήπους (Βαβυλώνα, Μεσοποταμία, Le Corbusier-“Vers un Architecture”, οι ταρατσόκηποι σήμερα), με τους κατακόρυφους κήπους (Patrik Blanc),

Patrik Blanc

Patrik Blanc

 με τους εσωτερικούς χώρους πρασίνου ή «κλειστούς κήπους» σε μεγάλα πολυκαταστήματα και κατοικίες (Ford Foundation, National Gallery of Art).

The Ford Foundation

The Ford Foundation

 Η ανάγκη συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης σε ένα δομημένο περιβάλλον φαίνεται ξεκάθαρα από τα προηγούμενα παραδείγματα, αλλά και από το ίδιο γεγονός ότι η τέχνη και η αρχιτεκτονική από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα μιμούνται τη φύση εν μέρει ή στο σύνολό της (κλασσικές αναλογίες στην αρχαία Ελλάδα, Antonio Gaudi, Art Nouveau κ.α.).

Art Nouveau

Art Nouveau

Βιώσιμη και αειφόρος ανάπτυξη

Σήμερα γίνεται ιδιαίτερος λόγος για βιοαρχιτεκτονική και αειφόρο ανάπτυξη. Αυτό διότι τα τελευταία χρόνια η σχέση ανθρώπου και φύσης υπέστη μια σοβαρή κρίση που εν τέλει έχει επηρεάσει και τους δύο. Οι οικονομικές αλλαγές και η εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων στην αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, τον τουρισμό, τα δίκτυα κ.α. έχουν ενισχύσει τις μεταλλάξεις στο τοπίο ολόκληρου του πλανήτη. Δεδομένου λοιπόν ότι το τοπίο επηρεάζει σημαντικά διάφορους τομείς γενικού ενδιαφέροντος (πολιτιστικού, κοινωνικού, περιβαλλοντικού, οικολογικού, οικονομικού), αυτό πρέπει να διασωθεί και να σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο που να είναι δυνατή και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Το τοπίο σε κάθε περιοχή είναι σημαντικό για την ποιότητα της ζωής στην περιοχή αυτή και η προστασία και ανάδειξή του είναι καθήκον και δικαίωμα του καθενός μας. Η αξία του τοπίου έγινε αφορμή για την πραγματοποίηση διάφορων ευρωπαϊκών και παγκόσμιων συνθηκών ειδικά και την προστασία και ανάδειξή του. Μερικές από αυτές είναι η Συνθήκη της Φλωρεντίας, η Agenda 21 που πραγματοποιήθηκε στο Rio de Janeiro, η Χάρτα του Aalborg (Δανία) κ.α. Σύμφωνα με την πρώτη, που έλαβε χώρα στη Φλωρεντία το 2000, η προστασία και ανάδειξη του τοπίου αφορά σε όλα τα τοπία, τους αγρούς και τα αστικά/δομημένα τοπία, τα δάση, τις λίμνες, τα ποτάμια και τις θάλασσες, τα ιδιαίτερα, τα συνηθισμένα και τα παρηκμασμένα τοπία.  Σκοπός αυτής της Συνθήκης είναι η συνεργασία όλων των κρατών-μελών που την έχουν υπογράψει για την προστασία, τη διαχείριση και το σχεδιασμό των τοπίων ενώ πρωτοποριακό είναι το γεγονός ότι καθιερώθηκε συγκεκριμένο δικαστικό όργανο για την προστασία του τοπίου ως «Αγαθό», ανεξάρτητα από συγκεκριμένες αξίες και κανόνες ομορφιάς. Το τοπίο προστατεύεται νομικά, ενώ παράλληλα γίνεται εκτεταμένος λόγος για τη βιωσιμότητά και την αειφόρο ανάπτυξη που σχετίζεται με αυτό.

Με τη Χάρτα του Aalborg (1994) γίνεται επίσης λόγος για την αειφόρο ανάπτυξη των ευρωπαϊκών πόλεων. Δεδομένου ότι η πόλη αποτελεί το θεμέλιο λίθο της οργάνωσης μιας κοινωνίας, αφού εκεί δημιουργείται ανάπτυξη βιομηχανική, βιοτεχνική, το εμπόριο και η διοίκηση, και δεδομένου ότι εξαιτίας όλων αυτών των δραστηριοτήτων η πόλη είναι και η βασική πηγή των περιβαλλοντικών προβλημάτων, μιας και το 80% των κατοίκων της Ευρώπης ζουν σε πόλεις, οδήγησε τη συγκεκριμένα Χάρτα στο να κάνει εκτεταμένη χρήση για το περιεχομένο, τη σημασία και τις αρχές της βιοποικιλότητας.

Στην Agenda 21 (1992) που είναι ένα πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών γίνεται πάλι λόγος για αειφόρο και βιώσιμη ανάπτυξη. Στην προκειμένη περίπτωση ο όρος αυτός αφορά ολόκληρο τον πλανήτη και όχι μόνο μεμονωμένες κοινωνίες.

Οι αγροτικές περιοχές και τη σημασία τους

Ειδικά στην Ευρώπη υπάρχουν διάφοροι τύποι αγροτικών περιοχών. Σε παγκόσμιο επίπεδο η φτώχεια παρουσιάζεται σε αυτές τις περιοχές. Η φτώχεια μπορεί να μειωθεί στο μισό μέσω μιας βιώσιμης, αγροτικής ανάπτυξης από τους μικρούς αγρότες παραγωγούς, μέσω ενός συστήματος παραδοσιακών μεθόδων πολυπαραγωγικότητας προϊόντων. Οι υπό ανάπτυξη χώρες μπορούν να επιτύχουν αυτό το στοίχημα μέσω της συλλογικής κοινωνικής ευθύνης απέναντι στο τοπίο, όπου κεντρικό κύτταρο σε αυτό το σύστημα των σχέσεων θα είναι η τοπική κοινότητα.

Το αγροτικό τοπίο εξαπλώνεται στο 45% περίπου της ηπειρωτικής έκτασης της γης με αποτέλεσμα να αποδεσμεύεται από εκεί μεγάλη ποσότητα αερίου επιβλαβούς για την ατμόσφαιρα, επιφέροντας έτσι μερίδιο ευθύνης για τις κλιματικές αλλαγές και κατά συνέπεια για τις μεταλλάξεις στα οικοσυστήματα. Μέσω της υπερθέρμανσης του πλανήτη, των υπερβολικής έντασης των καιρικών συνθηκών (τυφώνες, καταιγίδες κτλ) έχουμε τρομακτικές συνέπειες τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Μοναδική λύση φαίνεται να είναι η χρήση βιομάζας, κάτι που επισημαίνεται και στο Πρωτόκολλο του Κιότο για τη μείωση των ρυπογόνων αερίων από τις βιομηχανοποιημένες χώρες παγκοσμίως.

Σε μεγαλύτερη κλίμακα παρατηρούμε τις διάφορες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ φύσης και δομημένου περιβάλλοντος και συγκεκριμένα παρατηρούμε 3 μακρο-τυπολογίες. Πρώτον, συστήματα όπου το αστικό δίκτυο είναι εκτενές και συμπαγές. Δεύτερον, γεωγραφικά συστήματα όπου το αστικό δίκτυο είναι οργανωμένο γύρο από  πόλους ή κατά μήκος αξόνων και τρίτον, γεωγραφικά συστήματα με ένα αστικό δίκτυο ανολοκλήρωτο και διασπαρμένο, κυρίως αγροτικό.

Η πόλη και οι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι

Για αιώνες οι δημόσιοι χώροι ήταν οι τοποθεσίες εκείνες κοινωνικοποίησης των πολιτών. Το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα παρατηρείται μια αλλαγή της λειτουργίας αυτών των χώρων λόγω της ανάπτυξης των υποδομών των κυκλοφοριακών δικτύων. Μετά το β’ Παγκόσμιο πόλεμο ξεκινάει μια οικοδομική άνθιση άνευ προηγουμένου, ενώ παράλληλα στο τοπίο παρατηρείται κατακερματισμός, λόγω της συστηματικής ανοικοδόμησης, κυρίως κατοικιών, σε ζώνες απομακρυσμένες από το ιστορικό κέντρο της πόλης (ανάπτυξη της περιφέρειας). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή έλλειψη ενδιαφέροντος για τους «παραδοσιακά» νοούμενους ελεύθερους δημόσιους χώρους, τους αφιερωμένους στη συνάθροιση και την κοινωνικοποίηση των πολιτών. Τα τελευταία 20 με 30 χρόνια γίνεται μια προσπάθεια επιστροφής στις αξίες των δημοσίων χώρων, ώστε να ξαναζωντανέψουν αστικοί χώροι όπως πλατείες, δρόμοι, πάρκα. Παραδείγματα τέτοιου είδους έχουμε σε πόλεις όπως το Λονδίνο, η Βαρκελώνη, το Παρίσι, το Βερολίνο, η Στοκχόλμη, η Κρακοβία κ.α.

Barcelona

Barcelona

Η παγκοσμιοποίηση και οι επιπτώσεις της στην οργάνωση του αστικού τοπίου

Η παγκοσμιοποίηση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μετάλλαξη και δημιουργία προτύπων αστικού δημόσιου χώρου, ενός καινούριου τρόπου ζωής και κατανάλωσης, στη δημιουργία αστικών μοντέλων που λαμβάνουν υπόψη τους κυρίως τις κτιριακές και εμπορικές υποδομές, στην έλλειψη ενός βιώσιμου δημόσιου χώρου. Παρατηρούμε, λοιπόν, μια κρίση στην εικόνα και τη λειτουργία των δημόσιων χώρων, που προκλήθηκε από το θρίαμβο της υπερίσχυσης των «μη-τόπων», από την ελλιπή ανάμιξη των πολιτών στη λήψη αποφάσεων για τις όποιες αστικές επιλογές και τέλος από την έλλειψη οργανωμένων πολιτικών αποφάσεων για βιώσιμη ανάπτυξη.

 Συγκεκριμένα ο δημόσιος χώρος στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις χαρακτηρίζεται από την αποσάθρωση της μοντέρνας πόλης και τη μεταπήδηση σε ένα νέο μοντέλο, αυτού της σύγχρονης, ανοργάνωτης, ακανόνιστης. Η λέξη παγκοσμιοποίηση, εδώ, έγινε συνώνυμη της πληροφόρησης και της άλογης αστικής εξάπλωσης, με αποτέλεσμα να αποκλείονται μεγάλοι τομείς γεωγραφικά και κοινωνικά. Δημιουργήθηκε έτσι η «παγκόσμια πόλη» ( η πόλη της πληροφόρησης), η διπολική πόλη, η μεταμοντέρνα, η διασκορπισμένη και τεμαχισμένη. Γίνεται έτσι έντονη η παρουσία μιας κρίσης ταυτότητας, μίας έλλειψης ποιότητας, βάθους και νοήματος, ενός έντονου ηδονισμού καθώς και αναζήτηση της ομορφιάς. Ό,τι επιδίωξε το μοντέρνο κίνημα, αυτό προσπάθησε και να αλλάξει το μεταμοντέρνο. Από την ομογενοποίηση περάσαμε στη διαφοροποίηση, από την παγκοσμιοποίηση στην αναζήτηση ταυτότητας και από τη προτεραιότητα για λειτουργικότητα στην αναζήτηση ευχαρίστησης.

Η αυτονομία του καθενός από εμάς και η απώλεια της αίσθησης ότι κάπου ανήκουμε, η αστική συμπύκνωση και η αστική διάσπαση (megacities/defused cities) ήταν από τους βασικούς παράγοντες που οδήγησαν στην αλλαγή της μορφής και της ουσίας της σύγχρονης μεγαλούπολης. Η ύπαρξη της αστικής περιφέρειας και των αποκομμένων τμημάτων της , δηλαδή η ύπαρξη και η δημιουργία «μη-πόλεων» και «μη-τόπων», καθώς και η αλλαγή του τρόπου ζωής, ο θάνατος της έννοιας των παραδοσιακών αστικών τοπίων, σε συνδυασμό με την αύξηση της κυκλοφορίας και του οδικού δικτύου, οδήγησαν σε μια συλλογική μετάλλαξη τόσο δομική όσο και κοινωνική. Εξαίρεση εδώ αποτελεί η πόλη της Βαρκελώνης, που παρουσιάζεται συχνά σαν μοντέλο για μίμηση και στοχασμό για άλλες σύγχρονες πόλεις.

Το αστικό τοπίο

Το αστικό τοπίο είναι τόπος συνάντησης, ταυτοποίησης της κοινότητας, διασκέδασης και τέλος ένα μέσο για την εξυπηρέτηση της κυκλοφορίας των μηχανοκίνητων μέσων, αλλά και των πεζών.

 Το αστικό τοπίο υποδηλώνει την κοινωνική ταυτότητα του εκάστοτε χώρου. Η επιθυμία να προστατεύσουμε το τοπίο αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιθυμία να ξαναφτιάξουμε μια σχέση στοργική ανάμεσα στο τοπίο και τους κατοίκους του.

Ο πολίτης παρουσιάζεται σήμερα σαν ένας πολυπολιτισμικός άνθρωπος που λόγω της παγκοσμιοποίησης και του σύγχρονου τρόπου ζωής, που αυτή προσφέρει, ζει σε ένα περιβάλλον «habitat» πολύ συγκεκριμένο και συγκεχυμένο, λόγω της διπολικής σχέσης του χώρου με το χρόνο που γενικεύεται με την πληροφόρηση. Ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση από τόπο σε τόπο με αποτέλεσμα να μη βιώνει τελικά σε βάθος και ολοκληρωμένα κανέναν από αυτούς.

 Τελειώνοντας, πιστεύω πως οι καλλιτέχνες, οι διανοητές και οι κάτοικοι των εκάστοτε περιοχών πρέπει να συνεργαστούν προς όφελος μιας κοινής ταυτότητας τοπίου, μιας συλλογικής συνείδησης και τέλος μιας κοινής μνήμης ξεχωριστή για κάθε τόπο. Πρέπει όλοι να αντιδράσουμε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης που προάγουν μοντέλα και κοινωνικές συμπεριφορές που απομακρύνουν συνεχώς τον άνθρωπο από τη φύση και από την όποια σχέση αυτός δύναται να αναπτύξει μαζί της.

 Το κείμενο το επιμελήθηκε η Ξένια Μαστοράκη, Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π.

EN

HUMAN, NATURE AND CITY
ENVIRONMENTAL PLANNING AND URBAN LANDSCAPE IN OUR DAYS

About Landscape
According to the European Landscape Convention, held in Florence in 2000, it has been determined with absolute clarity that “The Landscape is defined as a specific area, understood by the population who experiences it and its character is a patchwork of physical and human factors, and interactions between them”.


Chronology

The configuration of the Landscape played an important role for the organization of the society, since antiquity. Examples we have in ancient Greece (with the presence of the Agora, the meeting space of the society), in ancient Egypt, in Babylon (with the Hanging Gardens, one of the seven wonders of the ancient world), in ancient Persia (with the Persian gardens, described by the stories of Alexander the Great) and in ancient Rome (with the descriptions of Vitruvius for the famous “hortus romano”). The symbolic Islamic Gardens and the Renaissance gardens of the 15th-16th century (which was a sign of social prestige) perceived the significant role and value of outdoor spaces in everyday life. We should not overlook the prominent state of the gardens and public open spaces in the classic French of Louis the 14th, by Andre Le Notre (1613), the English gardens of the 18th century and finally the notable presence of Japanese and Chinese gardens. We see that the organization of public and private outdoor green space has always played an important role in society. Especially during the 18th and 19th century there is an unprecedented change in the organization of cities mainly due to political circumstances. Examples include Paris, London, Vienna and Washington. There are also other reasons for significant changes in the image of modern cities, such as the economic boom occurring at that time and the industrial revolution. Examples of this category are New York, Hong Kong and Tokyo.

Nature and architecture

In direct connection with the foregoing, we must emphasize the inextricable relationship between man and nature and how it affects architecture. There are many relationships that develop between architecture and nature and always the role of man in them is crucial. Some of them have to do with the presence of nature, over the architectural work, on aspects of this and inside of it. The direct interaction of architecture and environment and the imitation of nature by architecture is another point too. We also talk about relationships that are sometimes based on the fact that architecture creates landscapes and landmarks or relationships that landscapes remain protagonists even after the presence of an architectural construction. Another kind of relationship is the one where existing architecture and landscape interact with each other perfectly. Example of the first relationship is the Acropolis in Athens, the inclined tower of Pisa, the Colosseum in Rome, the Basilica of St. Sophia in Constantinople, the Sydney Opera House etc. In these examples the landscape vanishes because of the important role of the architectural presence there, thus making these areas landmarks, places of memory and symbols. “When good architecture is located in an environment this architecture becomes place by itself.” Besides, any human intervention in the landscape is considered architecture. Architecture is Landscape. Examples of the second relationship are the Pyramids of Egypt, the Villa Savoye by Le Corbusier and the Fallingwater by F.L.Wright. A more direct relationship between architecture and nature is the immediate presence of nature in or on architecture, (as the Hanging Gardens in Babylon, examples in Mesopotamia, the ideas of Le Corbusier in his transcript of “Vers un Architecture”, the roof gardens today ecc), the vertical gardens (e.g. Patrik Blanc), with its own green spaces or “walled garden” for large department stores and residences (Ford Foundation, National Gallery of Art). The need for coexistence of man and nature in a structured environment is evident from the previous examples, but also from the fact that art and architecture from antiquity used copy nature partially or as a whole (classical proportions in ancient Greece, Antonio Gaudi, Art Nouveau, etc).
Viable and sustainable development
Today we often refer to bioarchitecture and sustainable development. This is because in recent years the relationship between man and nature suffered a serious crisis, which ultimately has affected them both. Economic changes and the development of technological tools in agricultural and industrial production, tourism, networks, etc. have enhanced mutations on the landscape of the entire planet. Since landscape significantly affects various areas of general interest (cultural, social, environmental, ecological, economic) this should be preserved and designed in such a way that could create jobs on this field. A healthy landscape in every region is important for the quality of life of this region that is because the protection and promotion of it is duty and right of everyone. The value of the landscape, the protection and the promotion of it were the occasions for carrying out various European and global contracts. Some of them are the Treaty of Florence, the Agenda 21 (held in Rio de Janeiro), the Charter of Aalborg (Denmark) etc.

Under the first, held in Florence in 2000, the protection covered different kind of landscapes, such as rural and urban / structured landscapes, forests, lakes, rivers and seas, particular, common and decadent landscapes. The purpose of this treaty is the cooperation of all Member States that have signed up for the protection, management and planning of landscapes. It is innovative the fact that it was created a judicial body established to protect the landscape as ‘good’, regardless of specific values and rules of beauty. Landscape is legally protected, while there is an extensive discussion on terms as sustainability and sustainable development which are associated with it.
The Charter of Aalborg (1994) also refers to the sustainable development of European cities. Since the city is the cornerstone of the organization of society, since the industrial development, craft, trade and management, are located there and since all these activities of the city is the main source of environmental problems, (80 % of people in Europe live in cities) led the Charter to make extensive use of the content, significance and principles of biodiversity.
Agenda 21 (1992) is a program of the United Nations that is once again ground for sustainable and sustained development. In this case the term applies to the whole world and not just to individual communities.
Rural areas and their importance
Especially in Europe there are different types of rural areas. Worldwide poverty occurs in these areas. Poverty can be halved through a sustainable, agricultural development by small farm producers through a system of traditional methods of multicultivated products. The developing countries can meet this challenge through a corporate social responsibility towards countryside, where the central cell in this system of relations will be the local community.
The rural landscape is spreading to 45% of the mainland area, releasing from there a large quantity of harmful gas in the atmosphere, thus leading to blame for climate change and hence mutations in these ecosystems. Through global warming, the excessive intensity of weather events (hurricanes, storms, etc.) there come terrible consequences both economically and socially. The only solution seems to be the use of biomass, which was highlighted by the Kyoto Protocol, and the reduction of polluting gases by industrialized countries worldwide.
On a larger scale we can see three relationships (three long-term patterns) that are developed between nature and built. Firstly, there are urban systems where the network is extensive and solid. Secondly, we can see geographic systems where the district is organized around poles or along corridors and thirdly, geographic systems with a commuter incomplete and dispersed, mainly rural.
City and free public places
For centuries, public spaces were sites for the socialization of citizens. During the second half of the 18th century there has been a change in the function of these areas due to infrastructure development of traffic networks. After the Second World War there began an unprecedented construction boom. It is then that the landscape fragmentation occurs, due to the systematic reconstruction, especially of housing, in areas long away from the historic downtown (development of the suburbs). This resulted in the gradual loss of interest for the “traditional” construed free public spaces, which were devoted for the gathering and socialization of citizens. The last 20 to 30 years in an attempt to return to the initial values of public land we came to revive urban spaces such as squares, streets, parks. Examples of this kind we have in cities like London, Barcelona, Paris, Berlin, Stockholm, Krakow, etc.
Globalization and its impact on the organization of the urban landscape
Globalization has played an important role in the transformation and creation of the urban public space. New lifestyle and consumption standards, led to the creation of urban models which take into account the main buildings and the commercial infrastructure, ignoring the lack of a viable public space. We see, then, a crisis of image and function of public spaces, caused by the triumph of the primacy of “non-places”, the lack of involvement of citizens in decision making for any civil options and finally the lack of organized political making for sustainable development.
Specifically, the public space in modern cities is characterized by the disintegration of the modern city and switching to a new model, this called modern, disorganized, and irregular. The word globalization, here, has been synonymous to information and irrational urban sprawl, thus excluding large areas geographically and socially. This created a “world city” (the city’s information), bipolar city, postmodern, the dispersed and fragmented. There is thus a strong presence of an identity crisis, a lack of quality, depth and meaning, a fierce hedonism and pursuit of beauty. Whatever the modern movement sought the same the postmodern one tried to change. On the place of homogenization came the modulation; on the place of globalization came the search of identity and the one of functionality pleasure.
The autonomy of each of us, the loss of sense of belonging somewhere, the urban concentration and the urban decay (megacities / defused cities) were the main factors that led to the change of the form and substance of the modern city. The existence of the urban suburbs, the creation of “non-cities” and “non-places” and the lifestyle changes, brought death for the traditional concept of urban landscapes, and in conjunction with the increased traffic cities ended to a collective transformation both structural and social. The exception here is the city of Barcelona, which is often presented as a model for imitation and reflection on other modern cities.


The urban landscape

The urban landscape is a meeting place, the identification of a community, a place for entertainment, and finally a way to accommodate the movement of cars and pedestrians.
The urban landscape suggests the social identity of each area. The desire to protect the landscape is inseparable from the desire to remake a loving relationship between landscape and its inhabitants.
The citizen, presented today as a multicultural man (because of globalization and the modern lifestyle), lives often in an environment «habitat» very concerned and confused because of the bipolar relationship of space and time. Modern man is in a constant movement from place to place and is unable to live a city in depth.
 Finally, I believe that artists, intellectuals and the inhabitants of the respective regions should cooperate for the benefit of a common identity, a landscape, a collective consciousness, and finally a separate shared memory for each site. We must all react to the media that promote social patterns and behaviors which keep us away from nature and from any relationship that may develop with it.

 Written by Xenia Mastoraki

 1. ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ειπώθηκε ότι η τέχνη είναι μια από τις λειτουργίες της πνευματικής μας ζωής. Με τον όρο πνευματική λειτουργία η σύγχρονη φιλοσοφία εννοεί μια ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα τη μετάπλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας έτσι ώστε να αποκτήσει αισθητική αξία. Ένα «αντικείμενο» δηλαδή μεταπλάθεται, κάτι που δεν το προσέχει ένας επιπόλαιος παρατηρητής, που το καλλιτέχνημα του δίνει την εντύπωση ότι είναι ομοίωμα της «πραγματικότητας». Μια προσεκτική όμως παρατήρηση μας πείθει πως τα είδωλα της πραγματικότητας, που μας παρουσιάζει η τέχνη», είναι πλάσματα που έχουν δημιουργηθεί με μια αφαίρεση και μια σύνθεση, δηλαδή με μια βαθιά κατεργασία του αντικειμένου. Η πραγματικότητα γυμνή, ακατέργαστη από την καλλιτεχνική συνείδηση είναι παγερή και άφωνη. Το καλλιτέχνημα μιλάει, είναι ζεστό από την έκφραση που κλείνει.

Για να φτάσει σ’ αυτό  το αποτέλεσμα ο καλλιτέχνης μεταπλάθει το «φυσικό» αντικείμενο και τα γεγονότα της «πραγματικής» ζωής. Επιτελεί δηλαδή μια εργασία που μπορούμε να την ονομάσουμε πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας. Ο καλλιτέχνης δηλαδή ξεκινάει από την πραγματικότητα, αλλά δεν την αντιγράφει… τη μεταπλάθει.

ESCHER

ESCHER

2. Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Την πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας για την οποία μιλήσαμε παραπάνω μπορούμε να τη δούμε καθαρά σε μια καλή τέχνη από τις λεγόμενες «αφηρημένες», στη μουσική, ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό είδος, όπως δημιουργήθηκε τους τελευταίους αιώνες από μια σειρά μεγαλοφυών μουσουργών όπως Bach, Haendel, Haydn, Mozart, Beethoven, Brahms, Franck, Bruckner. Εδώ μεταστοιχειώνεται πνευματικά η φυσική και ψυχική πραγματικότητα και είναι λάθος των σχολών του ρεαλισμού και του νατουραλισμού που δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από μίμηση τόσο στη μουσική όσο και σε κάθε τέχνη. Ο μουσικός δεν αντιγράφει τη φύση, δε μιμείται τους θορύβους και τις φωνές, ούτε εξωτερικεύει αυτούσια μια ψυχική πραγματικότητα. Ωμό και ακατέργαστο το συναίσθημα δεν έχει καμιά αξία για την τέχνη. Και τα δυο αυτά υφίστανται μια βαθιά επεξεργασία στη μουσική συνείδηση, αυτό δηλαδή που νωρίτερα ονομάσαμε πνευματική μεταστοιχείωση.



Αυτή τη πνευματική μεταστοιχείωση τη συναντάμε και σε έναν άλλο άθλο του μουσικού πνεύματος, που είναι τα εκφραστικά του μέσα. Το κυριότερο δε από αυτά τα εκφραστικά μέσα είναι ο ρυθμός, που αντιπροσωπεύει το αρχιτεκτονικό πνεύμα της τάξης, που δίνει μορφή στο χρόνο. Είναι δηλαδή ο ρυθμός αρχιτεκτονική δημιουργία, είναι η οργάνωση, η εσωτερική διάρθρωση που δίνει ορισμένη μορφή σε μια μουσική ενότητα. Αυτό το επιβάλει πρώτα μια ψυχική ανάγκη που απαιτεί να μπει τάξη στο χρόνο και έπειτα έρχεται το συναίσθημα για να δώσει στο χρόνο ψυχή. Έτσι γεννιέται το ρυθμικό σχέδιο. Κάθε μουσουργός έχει τους δικούς του ρυθμούς.

Ο ρυθμός δεν είναι μια απλή αντιγραφή της «φύσης», αλλά πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας, δημιουργία και όχι μίμηση, κατάκτηση και όχι απλή ανακάλυψη. Ότι βρήκε στη φύση η μουσική σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο του ρυθμού, ήταν ένας ρευστός και άμορφος παλμός, μια αδιάκοπη και ασύνταχτη σειρά από ασθενείς και ισχυρούς χρόνους, από στιγμές «γεμάτες» και παύσεις. Σε αυτό το «ρευστό», το πρωτοπλασματικό χάος (κατά την έκφραση του Π. Πετρίδη*) ήρθε η μουσική ιδέα να δώσει όρια… σχήμα, εσωτερική διάταξη, άρθρωση, μορφή. Έτσι γεννήθηκε ο ρυθμός και πρόβαλε ένας ολόκληρος κόσμος ρυθμικών μορφών. Αξίζει δε να σημειωθεί πως ο μεγαλύτερος ίσως δημιουργός ρυθμών είναι ο Bach. Αυτή, λοιπόν, η κοσμογονία είναι ολοφάνερο πως δε θα μπορούσε ποτέ να συντελεσθεί με τη «μίμηση».

Αποτέλεσμα της ίδιας καλλιτεχνικής λειτουργίας είναι κι η δημιουργία των μουσικών ήχων, παρά τους ισχυρισμούς των νατουραλιστών, που επίσης τους θεωρούν μίμηση, αντιγραφή μιας «φυσικής» πραγματικότητας. Όμως ο ηχόκοσμος της «φυσικής» πραγματικότητας είναι αναρχικός, χαοτικός και ασύνταχτος και επομένως φτωχός σε εκφραστικές δυνατότητες. Η μουσική συνείδηση όμως δημιούργησε τη μορφολογική ποικιλία των εκφραστικών μέσων (ρυθμό-ήχο-μελωδία-αρμονία) μεταστοιχειώνοντας πνευματικά με τη νόηση τη μυριόφωνη και ασύνταχτη πραγματικότητα του φυσικού ηχόκοσμου.

Έτσι φτάνουμε στη μουσική απόλαυση, που είναι, κατά τον Hegel, τέρψη των αισθήσεων, διανοητική και «πλαστική» χαρά αλλά και συναισθηματική ευτυχία της ψυχής. Αισθήσεις-νόηση-θυμικό, όλες οι σφαίρες του «εγώ» αναπάλλονται μέσα στη μουσική απόλαυση. Από αυτό δε το γενικό κραδασμό δε μένουν ανεπηρέαστες και αυτές ακόμη οι οργανικές λειτουργίες. Και δεν είναι σχήμα λόγου η φράση του Nietzsche ότι «με τη μουσική ακρόαση απλώνεται μια γενική ευτυχία στο σώμα μαζί και στην ψυχή». Αλλά και ο Oscar Wilde γράφει για τη μουσική «τώρα που έπαιξα Chopin, νοιώθω σαν να έκλαψα για αμαρτίες που δεν έκανα ποτέ και σαν να μοιρολόγησα πάνω σε τραγικές ιστορίες που δεν ήταν δικές μου. Η μουσική πάντα μου φαίνεται πως κάνει αυτή την εντύπωση… πλάθει για τον καθένα κάτι περασμένο που δεν ήξερε και τον εμπνέει λύπες που κρύβονται πίσω από τα δάκρυά του. Μπορώ να φανταστώ άνθρωπο που πέρασε μια τελείως πεζή ζωή που όμως ακούγοντας κατά τύχη ένα παράξενο κομμάτι μουσικής να ανακάλυψε άξαφνα ότι η ψυχή του, δίχως αυτός να λάβει γνώση, πέρασε φοβερές δοκιμασίες, ένιωσε τρομερές χαρές ή άγριους ρομαντικούς έρωτες ή μεγάλες αυταπαρνήσεις».

Η μουσική, όπως κάθε γνήσια καλλιτεχνική έκφραση έχει ως αποτέλεσμα τον ψυχικό καθαρμό. Όλα τα πάθη μας μερώνουν, γαληνεύουν. Καμιά άλλη τέχνη δε μας βυθίζει με τις ομορφιές της στην κατάσταση που λίγο απέχει από τη θρησκευτική έκσταση. Είχε δίκιο ο Schopenhauer που θεωρούσε τη μουσική «πανάκεια όλων των πόνων μας». Ακόμα και ο Nietzsche  χρησιμοποιεί τον όρο “mystic” για να χαρακτηρίσει τη μουσική συγκίνηση. Κατά την άποψή του μάλιστα η ζωή χωρίς μουσική θα ήταν ένα σφάλμα. Τα αισθήματα του ανθρώπου  που είναι ανήμπορος να δεχτεί την ευλογία της είναι «σκοτεινά σαν τον έρεβο» όπως είπε χαρακτηριστικά ο Shakespeare.

Με βάση τα παραπάνω καταλήγουμε πως η μουσική συνείδηση τελεί τη λειτουργία που ονομάσαμε πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας προς δύο κατευθύνσεις α) επεξεργάζεται τη μάζα της συγκινησιακής ζωής και β) μεταπλάθει το φυσικό ηχόκοσμο. Βεβαιωνόμαστε έτσι πως η μουσική έχει δύο μεγάλα προσόντα α) έχει ελευθερωθεί από την τυραννία του «αντικειμένου», «πράγματος» ή «γεγονότος» και β) ο ήχος έχει από τη φύση του τέτοια δεκτικότητα μορφής, που θα τη φθονούσαν τα υλικά των άλλων τεχνών (χρώμα-λάσπη-πέτρα-γλώσσα). Ο ήχος είναι διάφανος και καθαρός, αλλά και εύκαμπτος και προσαρμοστικός. Πειθαρχεί στη μορφοπλαστική ανάγκη της ψυχής με τόση ευκολία και με τόση ελαστικότητα προσαρμόζεται στους κυματισμούς των συναισθηματικών δονήσεων. Είναι το κομψότερο και επιβλητικότερο καλλιτεχνικό υλικό, που έχει το μεγάλο προσόν να μην αντιστέκεται στο πνεύμα με το βάρος και την ακαμψία του, ούτε να διαψεύδει τις προσδοκίες του καλλιτέχνη με τις απρόοπτες αλλοιώσεις και τη χοντροκοπιά της «υλικότητάς» του.

3. Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Η τέχνη που συγγενεύει στενότερα με τη μουσική είναι χωρίς αμφιβολία η αρχιτεκτονική. Είναι η ωφελιμότερη τέχνη, αφού πηγάζει από την ανάγκη να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο με έργα σταθερά και διαρκείας και τότε μόνο υψώνεται στην ομορφιά. Είναι η μητέρα τέχνη, η «μείζων τέχνη» κατά τον P.Valery*, γιατί είναι η μόνη ικανή να εξυγιάνει τις υπόλοιπες τέχνες, αφού έχει ως μέτρο τον άνθρωπο, και για να πραγματοποιήσει έργα απαιτεί και αίσθημα και λόγο. Είναι η τελειότερη τέχνη, γιατί στο έργο της υπάρχει ένας συγκερασμός ωφέλειας, ομορφιάς και διάρκειας.

Πραγματικά η αρχιτεκτονική, προκειμένου να εξυπηρετήσει πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου, αναγκάζεται να μετρήσει τις διαστάσεις, να εξοικονομήσει τους χώρους, να ρυθμίσει τις λειτουργίες ωφέλιμα, να προσανατολίσει το κτίσμα κατάλληλα. Δεν μπορεί λοιπόν να παρατηρεί αλόγιστα. Μεταχειρίζεται επιπλέον την τεχνική για να καταστήσει το έργο της ανθεκτικό και διαρκείας, αντιμαχόμενη τα στοιχεία που θέλουν να το καταλύσουν, και έτσι αναγκάζεται να γνωρίζει τα υλικά, να υπολογίζει την αντοχή τους, να σοφίζεται τη διαμόρφωσή τους σύμφωνα με τις εσωτερικές δράσεις των δυνάμεων και τις εξωτερικές αντιδράσεις και επιδράσεις και τέλος χαρίζει στα έργα της ομορφιά που ικανοποιεί την ψυχή με την ευμετρία, την ευρυθμία και αρμονία που καθιστά το έργο αιωνόβια άξιο.

Ο P.Valery στο έργο του «Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων» τείνει να αποδείξει ότι η αρχιτεκτονική είναι και η επιστημονικότερη από τις τέχνες, ώστε να μας πείσει τελικά πως είναι η τελειότερη. Και πράγματι είναι η επιστημονικότερη γιατί η τεχνική της είναι μια ολόκληρη επιστήμη, ιδιαίτερα σήμερα. Εξάλλου η σχέση της με τη γεωμετρία είναι άμεση και φανερή στη μορφή. Άρα το έργο της είναι ακριβόλογο. Φυσικά ο Valery δεν ήθελε να υποστηρίξει πως η αρχιτεκτονική δεν είναι τέχνη αλλά επιστήμη. Βέβαια, η στατική, η οικοδομική και η κτιριολογική έγιναν επιστήμες, αλλά  όλες αυτές είναι μέσο για την αρχιτεκτονική, που είναι κατά βάθος τέχνη και μόνο τέχνη. Ο όρος επιστήμη στο Valery έχει πλατωνική σημασία. Σημαίνει τη γνώση, αφού κατά τον Πλάτωνα, η αρχιτεκτονική προκειμένου να στήσει ένα έργο απτό και χρήσιμο οφείλει να γνωρίζει να γεωμετρεί και να ακριβολογεί.  Άλλωστε, στην αρχιτεκτονική κάθε τεχνικό σφάλμα θα ήταν μοιραίο, αφού το έργο της κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να το διορθώσει άμα εκτελεστεί. Για τον αρχιτέκτονα η πρόβλεψη είναι μια βαθιά υποχρέωση που κανείς άλλος τεχνίτης δεν την αισθάνεται τόσο.

Ο άνθρωπος όμως, για τον Valery, δεν αποτελεί απλώς το μέτρο των αναγκών που πρόκειται να εξυπηρετήσει η αρχιτεκτονική, ωφελιμιστικά και μετά λόγου… το σώμα του αποτελεί και το πρότυπο της ωραίας μορφής. Κάποιος κομψός ναΐσκος, που έχτισε ο Ευπαλίνος, δεν ήταν τίποτα άλλο, λέει ο ίδιος, παρά η «μαθηματική εικόνα μιας κόρης από την Κόρινθο και της ευτυχισμένης αγάπης μας». Η ιδέα της κόρης ζωντανεμένη από τα αισθήματα της αγάπης μεταμορφώθηκε σε αρχιτεκτονικά σχήματα και υλοποιήθηκε για να διαρκέσει και να αρέσει. Γι αυτό λέμε πως η κολώνα έχει βάση, κορμό, κεφάλι, υποτραχήλιο, ότι χτίζεται με σπονδύλους και τόσα άλλα. Όλα αυτά είναι σύμβολα μιας ανθρωποκεντρικής θεώρησης, που αποτελεί πραγματικότητα στην ελληνική τέχνη, όπως σε άλλες κυριαρχεί η φυτοφορμική διάπλαση κτλ. Σαφώς, λοιπόν, πρόκειται για «μεταμόρφωση» σε αντίθεση με το Βιτρούβιο που μιλούσε για «μίμηση» της μορφής του ανθρώπινου σώματος με τις Καρυάτιδες.

Η αρχιτεκτονική, λοιπόν, όπως προκύπτει δεν αποποιήθηκε τελείως κάθε μίμηση, αφού όπως είδαμε στη γλώσσα της μορφολογίας της «εν αρχή ην το φυτόν», αλλά και ανθρωπόμορφα στηρίγματα έχει να παρουσιάσει. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η αρχιτεκτονική δεν είναι αφηρημένη τέχνη. Σημαίνει απλά ότι αν έριξε κάποιο βλέμμα προς τον έξω κόσμο, το έκανε όχι για να αναπαραστήσει απλά όσα φυτά ή σώματα μιμήθηκε, αλλά για να δώσει με τη βοήθειά τους στα κατασκευαστικά σημεία μια παράσταση εκφραστική, συμβολική του έργου που επιτελεί το καθένα. Επομένως δεν τα μιμήθηκε απλώς, αλλά τα ανήγαγε σε τεκτονικά σύμβολα. Συμβαίνει δηλαδή και στην αρχιτεκτονική αυτό που στη μουσική ονομάσαμε πνευματική μεταστοιχείωση της πραγματικότητας.

Ένα πρόβλημα που υπάρχει στην αρχιτεκτονική είναι αυτό της στάσης των μελών και του συνδυασμού μεταξύ τους, καθώς και της μορφής του όλου αρχιτεκτονήματος. Αυτό διότι στην αρχιτεκτονική δεν αρκεί να λέμε ότι οι τοίχοι ενός κτηρίου υψώνονται κατακόρυφα, οι στύλοι στέκουν όρθιοι και φέρουν οριζόντιες δοκούς, τόξα, θόλους κτλ. Οι διατυπώσεις αυτές πηγάζουν από μια γεωμετρική σχηματοποίηση της μορφής του αρχιτεκτονήματος. Αρκεί να σκεφτούμε ότι στον Παρθενώνα οι στύλοι δεν είναι απολύτως κατακόρυφοι, αλλά πυραμιδοειδώς κεκλιμένοι, ο στυλοβάτης και το επιστύλιο είναι καμπύλα και δεν υπάρχει καμία γραμμή απολύτως ευθεία, κατακόρυφη ή οριζόντια. Η ρυθμική παράταξη των στύλων πυκνώνεται στα άκρα και έτσι πλήρη και κενά, γείσα και ζωφόροι τείνουν να υποβάλουν κάτι πέραν της κατασκευής. Όλα αυτά συνιστούν μια απαίτηση του πνεύματος, που δε ζητάει απλώς να ευσταθήσει το έργο, αλλά και να ανασηκωθεί η ύλη υπερνικώντας τη βαρύτητα, να πνευματοποιηθεί και να φανεί στα μάτια μας σαν ιδέα.

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

ΔΩΡΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

ΔΩΡΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

 

Τεχνικά οι μορφές οφείλουν να ακολουθήσουν το σύστημα κατασκευής που πρυτανεύει στο έργο. Αλλά ο καθορισμός της διατομής του στύλου (που παλαιότερα γινόταν εμπειρικά, αλλά σήμερα βασίζεται στην επιστήμη της αντοχής της ύλης) είναι καθαρά ποσοτικός και δεν αρκεί για να του δώσει μορφή. Χρειάζεται και ο καθορισμός της κατατομής του, οι καλές αναλογίες της μορφής που ήταν και παραμένει θέμα καθαρά καλλιτεχνικό, δηλαδή ποιοτικό. Ο αρχιτέκτων, χωρίς να αλλάξει τη στατικά αναγκαία διατομή, μπορεί να ρυθμίσει τις αναλογίες και τη μορφή του με τρόπο που το αρχιτεκτονικό μέλος να γίνει κομψό, βαρύ ή χαριτωμένο, αναλόγως, και να δείχνει ότι δεν υποφέρει, αλλά νικά τη στατική προσπάθεια που επιλέγει χωρίς να παύει να την επιτελεί. Τότε, το όλο έργο δείχνει ότι στέκει κατά του νόμου της βαρύτητας και της αντοχής της ύλης και ότι εκμεταλλευόμενο τους νόμους αυτούς ορθά ξεπερνά το στατικό του προορισμό για να εκφράσει τη νίκη του επί της ύλης με το πνεύμα.

Την αρχή που κατευθύνει την εκλογή της κατατομής του κάθε μέλους μπορούμε να την ανακαλύψουμε στο παράδειγμα της Καρυάτιδας που φέρει τα φορτία του θριγκού και φυσικά η διατομή της οφείλει να είναι αρκετή, ώστε να αντέξει και να μην υποκύψει στα βάρη. Καλλιτεχνικά όμως η στάση της οφείλει να δείξει ότι φορτίζεται χωρίς να υποφέρει. Η στάση της παρουσιάζει τη γόνιμη στιγμή της δράσης τους, που μας υποβάλει την εντύπωση ότι ενώ ισορροπούν είναι έτοιμες να ανασηκώσουν το θριγκό και ότι σαν ζωντανοί ανθρώπινοι οργανισμοί εκτελούν το έργο τους με ελεύθερη πρωτοβουλία και υπερνικούν την αδράνεια της ύλης και τη βαρύτητα με το πνεύμα. Έτσι οι κόρες αυτές μπορούν να στέκουν εκεί στην αιωνιότητα.

Κάτι άλλο που θα πρέπει να αναφερθεί εδώ είναι ότι στην αρχιτεκτονική ισχύει ο ίδιος νόμος που ισχύει και στη φύση και που είναι η αρχή της επανάληψης. Όπως δηλαδή στη φύση ο ήλιος ανατέλλει, δύει και εξαφανίζεται για να ξαναρθεί, η ημέρα και η νύχτα επαναλαμβάνονται καθώς και οι τέσσερις εποχές του χρόνου κτλ, το ίδιο ισχύει και για τους ρυθμούς της αρχιτεκτονικής τόσο από κατασκευαστική άποψη όσο και καλλιτεχνική. Κάθε αρχιτεκτονικό δημιούργημα βέβαια είναι μοναδικό αν και δεν είναι παρά μια επανάληψη των μορφών του ίδιου ρυθμού σε μια δεδομένη περίοδο. Ο Παρθενώνας, επί παραδείγματι, δεν είναι παρά μια επανάληψη των μορφών του Δωρικού ρυθμού, παρόλο που διαφέρει στις λεπτομέρειές του από τους άλλους Δωρικούς ναούς. Έχει φτάσει μάλιστα στην τελειότητα, εν μέρει, διότι τελειοποιήθηκε χάρη στην επανάληψη.

Το φαινόμενο αυτό το βλέπουμε σε όλες τις εποχές από την κλασσική ως τη σύγχρονη. Όμως ο ρόλος της επανάληψης αλλάζει κατά εποχές και σήμερα προεξάρχει, με συνέπεια να έχουμε αλλαγές στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, όπου η ανάγκη εξυπηρέτησης των μαζών κατέλυσε την ανθρωποκεντρική θεώρηση της αρχιτεκτονικής. Ο ουρανοξύστης, επί παραδείγματι, δεν είναι παρά λειτουργικός. Όμως βασιλεύει η μονοτονία ακόμα και αν το κατασκευαστικό κατόρθωμα ενός κτιρίου να «ξύνει» τον ουρανό είναι εκπληκτικό. Το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε «ρυθμός της πολλαπλής επανάληψης», κάτι που δεν παρατηρείται έντονα στην αρχιτεκτονική μικρότερων κτιρίων και που απορρίπτεται στις κατασκευές ατομικού χαρακτήρα. Όμως ο ρυθμός αυτός εμφανίζεται και στις κατασκευασμένες οικίες κατά σειρά, που παρατίθενται για να σχηματίσουν πολεοδομικούς συνοικισμούς για τα πλήθη. Τα εργατικά σπίτια είναι προϊόν μιας αρχιτεκτονικής, που είναι μονότονη, απρόσωπη και άψυχη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι στις μέρες μας η αρχή της επανάληψης, υποταγμένη στην τεχνική, αντί να είναι αρχή που προάγει την καλλιτεχνική τάξη, τον ποικίλο ρυθμό στο έργο, έγινε μια μορφή που προάγει την ομοιομορφία και τη μονοτονία ενός ρυθμού που εκμηδενίζει την προσωπικότητα του έργου. Η ζωογόνος αντίθεση μεταξύ επανάληψης και αλλαγής, που παρατηρούνται σε άλλες εποχές, χάθηκε αφήνοντας τη ζωή των τεχνών υποκείμενη στην ομοιομορφία και στο απότομο και παράλογο νεωτερισμό που μόνο αταξία δημιουργεί.

4. Η ΣΧΕΣΗ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ

Ειπώθηκε νωρίτερα πως η τέχνη που συγγενεύει στενότερα από κάθε άλλη με τη μουσική είναι, χωρίς αμφιβολία, η αρχιτεκτονική, που σύμφωνα με τον Goethe είναι μια «παγωμένη μουσική».

Τη βαθιά ομοιότητα ανάμεσα στη μουσική και την αρχιτεκτονική περιγράφει αριστοτεχνικά ο P.Valery στο έργο του «Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων» όπου χαρακτηριστικά αναφέρει πως μόνο αυτές οι δύο τέχνες επιδρούν επάνω μας χωρίς τη μεσολάβηση του αντικειμένου. Είναι τέχνες λιγότερο μιμητικές από όλες τις άλλες. Ώστε το «κοινό στοιχείο», κατά την άποψη του Valery, «που έχουν οι δύο τέχνες είναι πως επιβάλουν στην πέτρα και μεταδίδουν στον αέρα νοητές μορφές, πως δε μιμούνται παρά όσο το δυνατόν λιγότερο. Αντίθετα όμως δημιουργούν αντικείμενα ανθρώπινα στην ουσία τους».

Δεν είναι όμως μόνο η έλλειψη του «αντικειμένου», αλλά και η ιδιοτυπία των εκφραστικών μέσων που αποτελεί το κοινό γνώρισμα τους. «Μεταχειρίζονται αισθητά μέσα», συνεχίζει ο Valery, «που δεν είναι ομοιώματα αισθητών πραγμάτων και αντίγραφα πλασμάτων γνωστών. Δίνουν μορφές στους νόμους ή συνάγουν μορφές από τους νόμους».

Με το ίδιο πνεύμα γράφει για τη μουσική και την αρχιτεκτονική και ο Π. Μιχελής* στο βιβλίο του «Αισθητική τριλογία». Φτάνει μάλιστα στο συμπέρασμα ότι στο βάθος μία είναι η τέχνη, είτε με το φως είτε με το χρώμα εργάζεται είτε με τον ήχο και το χρόνο… μία είναι και οι τέχνες κατά βάθος, που θα ρυθμίσουν σε αισθητικό ποίημα το αισθητικό φανέρωμα… η μουσική. «Κι αν αυτή τη μία τη διχάσουμε σε δύο, στην αρχιτεκτονική και τη μουσική ο διχασμός αυτός είναι μοίρα ή ανάγκη ανθρώπινη».

Οι δύο αυτές τέχνες, λοιπόν, μπορούν να αντιπαραταχθούν προς όλες τις άλλες τέχνες, που είναι μιμητικές υπό τη στενότερη έννοια, εκφράζοντας «η μία το σχηματισμό του κόσμου   και η άλλη την τάξη και τη σταθερότητά». Όπως λέει ο Valery με άλλα λόγια η μία εκφράζει το «γίγνεσθαι» και η άλλη το «είναι». Αλλά επειδή το «είναι» δίχως το «γίγνεσθαι» δε νοείται, βρίσκει αφορμή να υμνήσει τη γνωστή σχέση της μαρμαρωμένης μουσικής, που είναι το αρχιτεκτόνημα, και της κινούμενης αρχιτεκτονικής, που είναι το μουσούργημα, όπως πρώτος παρατήρησε ο Schlegel.

Εξάλλου οι δύο αυτές τέχνες έχουν και το κοινό γνώρισμα ότι δημιουργούν έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στον κόσμο. Η αρχιτεκτονική χτίζει έργα που μας περιβάλουν και κινούμεθα μέσα τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και η μουσική δημιουργεί ναούς ήχων που περιβάλουν την ψυχή μας και μας δονούν σύγκορμους.

Ο Max Dessoire θεωρεί ότι η αρχιτεκτονική και η μουσική είναι συγγενικές τέχνες, μέσα από την έννοια γένους «ελεύθερες τέχνες των ακαθόριστων συνειρμών και των μη πραγματικών μορφών». Βέβαια εντελώς μίμηση δεν είναι καμία άλλη τέχνη, όπως και καμία τέχνη δε μεταχειρίζεται εντελώς «πραγματικές» μορφές, αφού κάθε τέχνη, λιγότερο ή περισσότερο, μεταστοιχειώνει πνευματικά την πραγματικότητα. Εάν όμως θελήσουμε να κατατάξουμε τις καλές τέχνες σε ένα διάγραμμα που να δείχνει σχηματικά το βαθμό της ελευθερίας που έχει η καθεμία να απομακρύνεται από την ωμή πραγματικότητα, ασφαλώς πρέπει να τοποθετήσουμε στο ένα άκρο την αρχιτεκτονική και τη μουσική και στο άλλο την πλαστική και τη μιμητική. Στη μέση θα βρίσκονται η ζωγραφική και η ποίηση, που είναι υποκειμενικό-αντικειμενικές τέχνες, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη.

Η αρχιτεκτονική και η μουσική είναι οι τέχνες που έχουν τη μεγαλύτερη ελευθερία στην κατασκευή των συμβόλων τους, για αυτό είναι τέχνες αδελφές. Και με τις δυο κάτι χτίζεται, κάτι οικοδομείται, αλλά σε διαφορετικά αισθησιακά πεδία και επομένως με διαφορετικά υλικά. Η μία, η αρχιτεκτονική, περιορίζει το οπτικό μας πεδίο, το διορθώνει ρυθμικά και το γεμίζει με στέρεες, τρισδιάστατες μορφές (εδώ βέβαια θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας όχι απλώς την αρχιτεκτονική που ζητά να ικανοποιήσει τις κοινές βιοτικές ανάγκες στέγασης, άνεσης κτλ., αλλά προπάντων την «καθαρή», τη μνημειακή αρχιτεκτονική των μεγάλων συμβολισμών. Σχετικά με αυτό μιλάει ο Valery που διαιρεί τα οικοδομήματα σε τρείς κατηγορίες α) στα βουβά πλάσματα βιοτικής ανάγκης, ανέκφραστα, β) σε εκείνα που μιλούν, όπως μιλάει μια φυλακή, ένα δικαστήριο, μια εμπορική στοά και γ) σε εκείνα τα  πιο σπάνια που τραγουδούν, όπως ένας ναός). Η άλλη, η μουσική, τέμνει σε δυναμικές ολότητες το ακουστικό μας πεδίο, δίνει σε αυτές εσωτερική ρυθμική άρθρωση και συνδυάζοντας τις διάφορες ποιότητες του ήχου πλάθει στο «αέρα» μορφές ανάλογες με εκείνες που η αρχιτεκτονική υψώνει στο οπτικό μας χώρο.

Οι αρχιτεκτονικές και μουσικές μορφές δεν εκφράζουν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο της ψυχικής εμπειρίας, αλλά αφηρημένες διαθέσεις, αόριστες τάσεις, έχουμε δηλαδή πνευματική μεταστοιχείωση της ψυχικής πραγματικότητας. Με τα αρχιτεκτονικά και μουσικά σύμβολα εκφράζονται τυπικές κινήσεις της ψυχής, διαθέσεις και τάσεις στην αφηρημένη, στη σχηματική τους γενικότητα, μέσα σε τέλειες μορφές. Από αυτή την άποψη συνδέονται με τις «καθαρές επιστήμες» των σχημάτων και των αριθμών, δηλαδή με τη γεωμετρία και την άλγεβρα, που με τα μαθηματικά σύμβολα εκφράζουν το λογικό «απόλυτο», τη λογική πειθαρχεία της ανθρώπινης νόησης, μέσα σε τύπους ανυπέρβλητης ακρίβειας. Τη μορφική τους τελειότητα, τα μουσικά και αρχιτεκτονικά πλάσματα, τη χρωστούν ακόμη σε έναν άλλο λόγο (εκτός απ’ την καθολικότητα των ψυχικών κινήσεων που εκφράζουν). Τη χρωστούν στη μεθοδική επεξεργασία των υλικών τους. Μουσική και αρχιτεκτονική δημιουργούν πλάσματα με μορφική τελειότητα, όχι μόνο γιατί δεν εργάζονται κάτω απ’ τους δεσμευτικούς περιορισμούς του «αντικειμένου», όπως οι άλλες καλές τέχνες, αλλά και επειδή μπορούν να «εξαϋλώσουν» όσο ίσως καμιά άλλη τέχνη τα εκφραστικά τους μέσα. Οι ήχοι και το οικοδομικό υλικό, πέτρα, ξύλο, μέταλλο, γυαλί αποκτούν μέσα στις μουσικές και αρχιτεκτονικές συνθέσεις μια περίεργη, μοναδική στο είδος της οντότητα. Συμμετέχουν, όπως λέει ο Valery, στην ακοή ή στην όραση και στη αφή, αλλά και στο λογικό, στον αριθμό και στην ομιλία. Γίνονται δηλαδή κάτι υλικό και πνευματικό μαζί όπου η ύλη εκπνευματίζεται και το πνεύμα υλοποιείται έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να προσδιορίσει, μέσα στην αισθητική εντύπωση που μας δίνουν οι οικοδομές και οι ηχοδομές, πού τελειώνει η «εντύπωση» και πού αρχίζει η «αξία». Τόσο συνυφαίνεται η αίσθηση με το λόγο μέσα στο μουσικό και αρχιτεκτονικό «υλικό».

Αναμφισβήτητα υπάρχουν και διαφορές που ξεχωρίζουν τη μουσική από τη αρχιτεκτονική. Οι μεταγενέστεροι αριστοτελικοί διαιρούν τις καλές τέχνες σε δύο μεγάλες τάξεις α) στις «αποτελεσματικές» (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, πλαστική) και β) στις «πρακτικές» (μουσική, ποίηση, ορχηστρική). Οι «αποτελεσματικές» ξεχωρίζουν από τις «πρακτικές» γιατί μας προσφέρουν έργα έτοιμα, μια για πάντα, ενώ οι «πρακτικές» μας παρουσιάζουν τα έργα στο «γίγνεσθαι», όπου τα ξαναπλάθει ο εκτελεστής, που είναι κάθε φορά απαραίτητος. Αλλά και αυτοί οι ίδιοι, οι μεταγενέστεροι αριστοτελικοί, σε μια άλλη κατάταξη διασταυρωμένη με την πρώτη, τις ενώνουν λέγοντας πως είναι και οι δυο τέχνες υποκειμενικές γιατί τα πρότυπα τους δεν υπάρχουν στη φύση, σε αντίθεση με την πλαστική και την ορχηστρική, που είναι αντικειμενικές ή μιμητικές τέχνες, και σε αντίθεση με τη ζωγραφική και ποίηση, που είναι υποκειμενικές τέχνες.

 Αλλά οι αισθητικοί συνηθίζουν να ξεχωρίζουν την αρχιτεκτονική από τη μουσική βασισμένοι σε μια άλλη διαίρεση. Λένε πως η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη του χώρου, ενώ η μουσική του χρόνου. Δεν μπορεί, όμως, να υποστηρίξει κανείς πως η αρχιτεκτονική είναι έξω από το χρόνο, αφού δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικές κατασκευές όπου η ολική σύνθεση των στοιχείων δίνεται άμεσα και με μιας στο πνεύμα του θεατή. Για να έχουμε μια πλήρη εικόνα ενός αρχιτεκτονήματος χρειάζεται όχι μόνο η διαδοχική θεώρηση, αλλά και το βάδισμα, η πορεία του θεατή μέσα στο κτίριο. Η μορφή του έργου σχηματίζεται μέσα στο αίσθημά μας με τις αλλεπάλληλες εντυπώσεις κατά κάποια ορισμένη τάξη, όπως ακριβώς συμβαίνει με το ξετύλιγμα μιας μελωδίας. Εξάλλου και στη λεγόμενη τέχνη του χρόνου, τη μουσική, μιλούμε κατ’ ανάγκη για «υψηλούς» και «βαθείς» ήχους, για «πλατιές» και «στενές» θέσεις, για «απάνω» και για «κάτω», για «μαζί» και «χωριστά», δηλαδή για διακρίσεις που προϋποθέτουν το σχήμα του χώρου.

Επομένως ότι μένει από τη διαίρεση που μας προτείνουν οι αρχαίοι είναι ότι η αρχιτεκτονική μας προσφέρει έργα έτοιμα μια για πάντα μέσα στο χώρο, ενώ η μουσική μας τα παρουσιάζει από την αρχή κάθε φορά και πάνω στο γίγνεσθαι τους. Αλλά και το γεγονός ότι τα αρχιτεκτονικά έργα προσφέρονται στην όρασή μας, ενώ τα μουσικά απευθύνονται στην ακοή μας, έχει μεγάλη σπουδαιότητα βέβαια για την τεχνική και τις επιδιώξεις της κάθε τέχνης χωριστά, δεν είναι όμως επαρκής λόγος για να αποτελέσει ριζική διάκριση αρχιτεκτονικής-μουσικής.

Και οι δυο αυτές τέχνες αποτελούν ένα επιτυχημένο αμάλγαμα. Και επειδή είναι και οι δυο τέχνες που αρνούνται κάθε μίμηση και επειδή μεταχειρίζονται αποκλειστικά από μια και μόνη αίσθηση για να γοητέψουν, μας οδηγούν ευκολότερα στο να ξεπεράσουμε τη μορφή και να αφαιρεθούμε στην άδολη χαρά της αρμονίας.

*Ο Παύλος Πετρίδης ήταν πρόεδρος του ΔΣ του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΜΠΕ) και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Υφεση και Ειρήνη. Πολυγραφότατος, δίδαξε σε πανεπιστημιακές σχολές, ενώ διατέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Σχολής Ορχηστρικής Τέχνης και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Γ. Παπανδρέου. Ο Παύλος Πετρίδης, εκλέχθηκε παμψηφεί καθηγητής της Πολιτικής και Συνταγματικής Ιστορίας, στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ το 1982. Παράλληλα, ως επισκέπτης καθηγητής, δίδαξε και σε πανεπιστημιακές σχολές του εσωτερικού και του εξωτερικού. Διατέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Βιέννης, της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας και άλλων πνευματικών ιδρυμάτων. Πολυγραφότατος συγγραφέας, είχε στο ενεργητικό του πάνω από 40 βιβλία, κυρίως ιστορικά, μερικά από τα οποία γνώρισαν κυκλοφοριακή επιτυχία και πραγματοποίησαν αλλεπάλληλες εκδόσεις.

Πωλ Βαλερύ (Ambroise-Paul-Toussaint-Jules Valéry, 30 Οκτωβρίου 187120 Ιουλίου 1945) ήταν Γάλλος ποιητής, συγγραφέας και φιλόσοφος. Τα ενδιαφέροντά του ήταν τόσο πλατιά, ώστε μπορεί χαρακτηρισθεί πολυμαθής. Εκτός από το ποιητικό του έργο και τους διαλόγους του, συνέγραψε πολλά δοκίμια, ενώ είναι γνωστός και για τους αφορισμούς του πάνω σε θέματα Τέχνης, Ιστορίας, Γραμμάτων, Μουσικής και επικαιρότητας.

*Ο Παναγιώτης Μιχελής γεννήθηκε στην Πάτρα. Αποφοίτησε από το τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πολυτεχνείου της Δρέσδης και εργάστηκε ως αρχιτέκτονας στη γενέτειρά του. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου από το 1941 ως το 1969 δίδαξε Αρχιτεκτονική Ρυθμολογία και Μορφολογία στο αρχιτεκτονικό τμήμα του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου. Πήρε μέρος σε διεθνή συμβούλια, έδωσε διαλέξεις σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και των Η.Π.Α. και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ ως research scholar. Το 1960 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Αισθητικής (στην οποία χρημάτισε πρόεδρος ως το τέλος της ζωής του) και οργάνωσε το τέταρτο Διεθνές Συνέδριο Αισθητικής στην Ελλάδα, ενώ τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ετήσια περιοδική έκδοση Χρονικά Αισθητικής. Σημαντική στάθηκε η συμβολή του Μιχελή στην πανεπιστημιακή διδασκαλία και στην προώθηση της έρευνας στον τομέα της αρχιτεκτονικής, ενώ από το αρχιτεκτονικό του έργο αξίζει να σημειωθεί η διαμόρφωση της αίθουσας τελετών του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1937 με την έκδοση του βιβλίου του Αισθητική τριλογία. Ακολούθησαν και άλλα θεωρητικά συγγράμματα, με σημαντικότερο τον τόμο Αισθητική θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης, που κυκλοφόρησε το 1946 και τον καθιέρωσε στους διεθνείς επιστημονικούς κύκλους. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1949 με την ποιητική συλλογή Ανθέμια και ως το θάνατό του ακολούθησαν τρεις ακόμη. Πέθανε στην Αθήνα.

Το κείμενο το επιμελήθηκε η Ξένια Μαστοράκη  View full article »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.