
Cornus Norman Hadden
CORNUS NORMAN
HADDEN
Μια παράξενη μέρα…
Μπήκε στο
τραμ στις έντεκα και τέταρτο ακριβώς. Περίμενε ήδη δώδεκα λεπτά στη στάση,
απέναντι από τον τσαγκάρη που ποτέ δεν εμπιστεύτηκε για τα δικά της παπούτσια.
Το τραμ όπως πάντα, όταν καθυστερεί, ήταν γεμάτο κόσμο. Έβλεπε κανείς πλάσματα
από όλα τα μέρη της γης, πολλές φορές ακόμη και από άλλους πλανήτες. Είχε πολλή
ζέστη έξω και κυρίως οι άνθρωποι πήγαιναν ή γύρναγαν από το πρώτο τους
καλοκαιρινό μπάνιο στη θάλασσα. Έτσι όπως ήταν στριμωγμένοι όλοι τους εκεί
μέσα, το μόνο που μπορούσε ίσως να την παρηγορήσει μέχρι να φτάσει στον
προορισμό της ήταν η μουσική που της κρατούσε συντροφιά σε κάθε της διαδρομή.
Μια μουσική που έβγαινε από τα ακουστικά της και ο αέρας που έβγαινε από το
μηχάνημα του κλιματισμού του τραμ. Η ώρα ήταν πια έντεκα και δεκαοχτώ όταν το
κεφάλι της δονίστηκε από την πνιχτή μελωδία της αγαπημένης της μουσικής. Τώρα
έπαιζε δυνατά το “The Captain” από τους The Knife.
Το τραγούδι είναι ιδιαίτερα όμορφο. Κρύβει μια
ομορφιά που μόνο όσοι τη γνωρίζουν μπορούν να την καταλάβουν. Δύσκολα, όμως,
μπορεί κανείς να το καταλάβει. Αυτή το αγαπούσε πραγματικά. Της φανέρωνε έναν
κόσμο μυστηριώδη, στον οποίο ήταν πρωταγωνίστρια. Έναν κόσμο μοναχικό, αλλά
τόσο δυνατό από συναισθήματα και τόσο πλούσιο σε εικόνες. Δεν την ένοιαξε ποτέ
αν ήταν μόνη της στο συγκεκριμένο ταξίδι. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι η
πρωταγωνίστρια, πως ήταν αυτή να οδηγεί τη ζωή της στο δρόμο που ήθελε. Πάντα
πίστευε πως κάθε φορά που άκουγε αυτό το τραγούδι θα φάνταζε πρωταγωνίστρια και
στον κόσμο που επέλεξαν να μοιράζεται και με άλλους.
Δώδεκα και τέταρτο. Το τραμ σταματάει και η
Κόρνους κατεβαίνει με άνεση από αυτό. Ο περισσότερος κόσμος έχει ήδη
αποβιβαστεί σε προηγούμενες στάσεις. Έχει ανυπόφορη ζέστη έξω και τώρα, που ο
κλιματισμός του τραμ δεν της αγγίζει άλλο το σώμα, γίνεται ακόμα πιο έντονη. Η
πόλη κινείται με πολύ έντονους ρυθμούς και οι εικόνες μπροστά της αλλάζουν κάθε
δευτερόλεπτο που περνάει. Συνεχίζει να ακούει τη μουσική της, όμως τώρα αυτή
χάνει τη δύναμη και τη συνοχή της. Δεν είναι πια τόσο επιδραστική όσο ήταν μέσα
στο τραμ. Χρειάζεται πια αρκετή συγκέντρωση για να κινηθεί μέσα στο πλήθος.
Υπάρχει παντού βιασύνη. Όλα τρέχουν, οι άνθρωποι, τα αμάξια, η μουσική, ο
χρόνος. Το μόνο που παραμένει στάσιμο είναι το σκηνικό της πόλης και οι
αδέσποτοι σκύλοι, που νωχελικά αδιαφορούν για τη μάταιη αυτή βιασύνη που δεν
οδηγεί πουθενά στο τέλος.
Ξαφνικά, εκεί που προχωράει, κάποιος την αγγίζει
στην πλάτη. Αναστατώνεται για μια στιγμή, όμως γυρνώντας το κεφάλι της η καρδιά
της πάει και πάλι στη θέση της. Ή μήπως όχι; Είχε πολλά χρόνια να τον δει.
Έμοιαζε τόσο ίδιος με αυτόν που είχε συναντήσει τελευταία φορά πριν πέντε
χρόνια. Κι όμως, ήταν ο ίδιος ιππότης με την ατσαλένια πανοπλία του και το
τεράστιο ακόντιό του στο χέρι.
Σαν να μην πέρασε μια μέρα 1…
Περίμενε με την πορσελάνινη φίλη της στο μεγάλο
αεροδρόμιο για αυτό το ταξίδι της επιστροφής. Ο χώρος αναμονής ήταν πολλά
περισσότερα από ένα απλό δωμάτιο κάπου σε κάποιο αεροδρόμιο. Ήταν δεκάδες
αναμνήσεις και άλλες τόσες προσμονές. Τόσοι φίλοι που θα την αναπολούσαν από
καιρό και τόσοι καινούριοι έρωτες που θα της έκλειναν ξανά το μάτι πονηρά.
Ανέβηκε στο τρένο του μέλλοντός της με προορισμό
την αγαπημένη της πόλη. Είχε ήδη βάλει εμπρός τις μηχανές, όταν ξαφνικά άκουσε
το όνομά της διστακτικά. «Μα πώς είναι δυνατόν; Είμαι σε ξένο κράτος», σκέφτηκε
«και ήδη κάποιος με αναγνωρίζει». Ήταν από τις λίγες φορές που δεν τη
συντρόφευαν τα ακουστικά και η αγαπημένη της μουσική.
Γύρισε και είδε αυτήν! Την είχε γνωρίσει το
περασμένο καλοκαίρι στη θάλασσα. Τι Χαρά! Κατευθυνόταν προς ένα καφέ πάνω στο μαύρο,
κλεμμένο ποδήλατο που είχε απαγάγει από την αγαπημένη της πόλη. Τότε αυτή μαζί
με μια ακόμη φίλη της την ρώτησαν το δρόμο για το ίδιο καφέ. Τους έγνεψε να
ακολουθήσουν. Περπάταγαν τώρα πια, αυτές οι τρεις και το μαύρο ποδήλατο πιο
δίπλα έσερνε και αυτό τις ρόδες του μαζί τους. Συζήτησαν πολύ ώρα, ακόμη ακόμη
κάθισαν και στο ίδιο τραπέζι. Μίλησαν για ταξίδια, για μουσικές, αντάλλαξαν
τηλέφωνα. Βρέθηκαν μια ακόμη φορά στην Αθήνα και αυτό ήταν.
Τι έκπληξη, λοιπόν, μετά από έξι μήνες να
βρίσκονται την ίδια ώρα, στο ίδιο ξένο κράτος, στην ίδια πόλη, στο ίδιο βαγόνι,
για τον ίδιο προορισμό. Αντάμωσαν ακόμη μια φορά. Ψηλά στο κάστρο με θέα το πιο
όμορφο τοπίο του κόσμου της. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ ξανά.
Σαν να μην πέρασε μια μέρα 2…
Ήταν σε διαφορετικά λεωφορεία. Τον είχε δει σε ένα
απόμερο χωριό. Είχαν πάει με τη σχολή της για ένα μάθημα του προγράμματος
σπουδών της. Αυτός ψηλός, αδύνατος και γκριζομάλλης φαινόταν ιδιαίτερα
μοναχικός. Έκρυβε μια μελαγχολία στο πρόσωπό του, αλλά δεν τον έβλεπες ποτέ
λυπημένο. Ήταν πανέμορφος και τόσο διαφορετικός. Τον είχε πρωτοσυναντήσει στο
δρόμο της πριν γνωρίσει την χώρα του. Είχαν ανταλλάξει μόνο δυο κουβέντες, αλλά
σίγουρα μόνο αυτή τον θυμόταν.
Τώρα, δύο χρόνια μετά, ταξίδευε και πάλι η
Κόρνους. Άλλοι άνθρωποι, άλλο βαγόνι, άλλος προορισμός, άλλες συνθήκες, άλλοι
λόγοι, άλλες μουσικές. Τώρα τη συνόδευε το “Masclinenindustry” του Backini.
Προορισμός ένα όμορφο, μικρό χωριό στα βορειοανατολικά σύνορα της χώρας.
Το τοπίο πανέμορφο, η βλάστηση έσφυζε από ζωντάνια
και το κρύο ήταν σίγουρο πως θα έφερνε χιόνι πολύ σύντομα. Και όντως έφερε. Το
είχε ξαναζήσει αυτό το κρύο άλλες δύο φορές, στην αγαπημένη της πόλη και στο
Άμστερνταμ, την ίδια σχεδόν περίοδο. Δεν είχε συνηθίσει τόσο χαμηλές
θερμοκρασίες στη χώρα της και της φαίνονταν όλα τόσο εξωτικά.
Είχε μόλις βγει από το ζεστό της μπάνιο,
επενδυμένο με ξύλο δένδρου που το συναντάς σίγουρα μόνο σε δάση της κεντρικής
Ευρώπης. Έξω από το παράθυρο η θέα των χιονισμένων πεύκων, βουνών, σπιτιών και
αυτοκινήτων έκανε την παρουσία της εκεί ακόμη πιο μαγευτική. Ο ατμός από το
καυτό μπάνιο και ο ατμός από το παγωμένο χιόνι δε διέφεραν ιδιαίτερα.
Δεν κάθισε πολύ στο χωριό. Έπρεπε να συναντήσουν
ένα αγόρι. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκαν στο χιονισμένο αυτοκίνητο, έβαλαν τις
αλυσίδες στις ρόδες και κατευθύνθηκαν προς το χιονισμένο σπίτι, της χιονισμένης
γειτονίας του παράξενου, απρόσμενου φίλου. Ήταν και πάλι αυτός!
Δε φάνηκε να την αναγνωρίζει. Ούτε να την επιθυμεί
ιδιαίτερα. Παρόλα αυτά την κοίταζε με πολύ προσοχή από πάνω μέχρι κάτω. Μπήκαν
στο αμάξι του και κατευθύνθηκαν προς τη μεγαλύτερη, κεντρική πόλη της περιοχής.
Οι δρόμοι μύριζαν πεύκα και πάγο. Ο ουρανός ήταν
καθαρός και το κρασί καυτό, όπως συνηθίζουν να το πίνουν εκεί. Οι άνθρωποι εκτός
από ιταλικά μίλαγαν και γερμανικά. Κυρίως γερμανικά. Το συνηθίζουν να μιλούν
και γερμανικά εκεί. Βλέπεις, κάποτε μίλαγαν μόνο γερμανικά.
Οι πλατείες έσφυζαν από κόσμο και οι πλανόδιοι
είχαν ήδη από ώρα ανοίξει την πραμάτεια τους για τον κόσμο. Όλα ήταν στολισμένα
και μύριζαν Χριστούγεννα. Άγιες μέρες. Παντού πουλούσαν δώρα, στολίδια και
χειροποίητα γλυκά, ποτά και κατασκευές…και πολύ μαλλί της γριάς. Είχε καιρό η
Κόρνους να φάει μαλλί της γριάς…και δε θα το επιθυμούσε ιδιαίτερα αν δεν ήταν
όλοι τους εκεί, εκείνη της στιγμή, σε εκείνο το μέρος, υπό αυτές τις συνθήκες.
Το κρύο έτσουζε το γυμνό δέρμα. Το κεφάλι της
άρχισε να πονάει. Ήθελε επειγόντως να αγοράσει σκούφο για να ζεσταθεί. Αλλά όχι
οποιονδήποτε σκούφο, μα σκούφο από τη συγκεκριμένη πόλη, τη συγκεκριμένη
στιγμή, διπλά από τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Και το έκανε. Μόνο που ο
σκούφος αυτός της στοίχισε παραπάνω από ότι αρχικά φανταζόταν. Της στοίχισε για
την ακρίβεια έναν χρόνο και έξι μήνες από τη ζωή της. Και το σημαντικότερο… ο
σκούφος αυτός είχε αξία μόνο για ένα δευτερόλεπτο, μετά δεν τον διαφοροποιούσε
απολύτως τίποτα από οποιονδήποτε άλλο μάλλινο σκούφο στον κόσμο.
Πάντα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας η Κόρνους.
Πολλές φορές είχε έρθει σε σύγκρουση με φοβερά τέρατα διαφόρων μεγεθών και μορφών.
Τα αντίκριζε τόσο συχνά κάποιες φορές, που πλέον είχε συμφιλιωθεί μαζί τους.
Δεν τα φοβόταν πια τόσο όσο στην αρχή, καμιά φορά μάλιστα, ακούγεται πως τα
καλούσε και η ίδια όταν βαριόταν και δεν είχε τι να κάνει. Ήξερε πως πλέον ήταν
κομμάτι του εαυτού της. Δε θα ήταν ποτέ η ίδια χωρίς την παρουσία τους στη ζωή
της. Ήταν κομμάτι απ τα κομμάτια της, ένα κομμάτι όμως που πλήγωνε και την ίδια
και όσους τη νοιάζονταν, ένα κομμάτι που κατά βάθος πάντα είχε την επιθυμία να
ξεφορτωθεί.
Αυτή τη φορά όμως το συγκεκριμένο τέρας ήταν το
πιο δυνατό από όλα. Τόσο δυνατό που φοβήθηκε για πρώτη φορά ότι θα την νικήσει
και ότι θα την αιχμαλωτίσει για πάντα.
Ξεκίνησε χτυπώντας την πόρτα της δύο φορές. Την
ώρα ακριβώς που ήθελε να πει αντίο. Όμως δεν το είπε ποτέ, όχι τουλάχιστον έτσι
όπως θα περίμενε. Δεν άργησε να την επισκεφτεί. Στην αρχή μπήκε στο δωμάτιο και
της έσβησε το φως. Μετά έκοψε τα καλώδια από τα αυτιά της και την άφησε κουφή.
Μετά της πάγωσε την αφή της και την άφησε ανίκανη να μπορεί να κινείται και να
εκφράζεται όσο θέλει. Της έσφιξε ένα μαντήλι γύρω από το στόμα της και την
άφησε βουβή για ώρες. Για πρώτη φορά η Κόρνους φοβήθηκε τόσο πολύ που ζήτησε να
πάει στο νοσοκομείο. Είχε παραλύσει σα μωρό που δεν έχει άλλες επιλογές παρά να
βασίζεται σε άλλους.
Μπήκε στο νοσοκομείο και αυτός ήταν δίπλα της όλο
το βράδυ. Απέναντι από το κρεβάτι να την κοιτάζει. Ήταν μόνοι τους σε ένα άδειο
δωμάτιο, αυτός και αυτή. Το τέρας είχε αρχίσει να αποχωρεί, η Κόρνους πλέον
κοιμόταν. Περίμεναν και οι δυο τους την επόμενη μέρα να ξημερώσει. Και
ξημέρωσε.
Ήταν η τελευταία φορά που κοιτάχτηκαν στα μάτια με
τόση αφοσίωση και ελπίδα πως θα ξανασμίξουν.
Επιστροφή…
Είχε περάσει πολύς καιρός, είχαν γίνει πολλές
προσπάθειες, χωρίς αποτέλεσμα, είχαν συμβεί πολλά ενδιάμεσα. Ο κόσμος γύρω της
έτρεχε σαν τρελός και μετά χανόταν. Της θύμιζε τη ζωή της. Το ίδιο μοτίβο και
εκεί. Ο κόσμος τρέχει σαν τρελός, την προσπερνάει και χάνεται. Ο μόνος πιστός
φίλος της είναι η μουσική της. Μόνο αυτή θα είναι πραγματικά δίπλα της όταν το
θελήσει. Χωρίς ντροπές, χωρίς παρακάλια, χωρίς εγωισμούς και χωρίς ενοχές.
Ξαφνικά έκλεισε τα μάτια της και άκουσε ένα αμάξι
που τους προσπερνούσε να παίζει δυνατά το “Lovers come” του Zak F. Είχε να
το ακούσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια αυτό το τραγούδι, όμως μπορούσε να
θυμηθεί απέξω και ανακατωτά κάθε νότα που έβγαινε από αυτό. Ήταν το
καταλληλότερο τραγούδι για να της θυμίσει πως για ακόμη μια φορά η σχέση της με
τον κόσμο ήταν πεπερασμένη. Πάντα σκεφτόταν πως ο μόνος ευτυχισμένος τρόπος να
φύγει από αυτόν θα ήταν με τη συνοδεία της αγαπημένης της μουσικής, του
καλύτερου και πιστότερου φίλου της.
Την τρόμαζαν πολύ οι σχέσεις. Ήξερε πως ο χρόνος
που αντιστοιχεί στον καθένα που βρισκόταν στο δρόμο της ήταν πεπερασμένος. Αυτό
που την ενοχλούσε περισσότερο, όμως, ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν στο χέρι της
να το αλλάξει. «Αλήθεια, έχεις σκεφτεί πόσος χρόνος σου αντιστοιχεί με αυτόν το
συγγενή, τον φίλο, τον αγαπημένο;». Πάντα ρώταγε όσους πίστευε πως δε θα την
παρεξηγήσουν για τον τρόπο που σκέφτεται.
Έτρεχε η Κόρνους…πάντα έφευγε, πάντα πλήγωνε και
πάντα πληγωνόταν. Πάντα μπερδευόταν όταν άκουγε τους στίχους από τις Τρύπες «Η
ζωή είναι μικρή για να ‘ναι θλιβερή μωρό μου… η ζωή είναι μεγάλη, μην την
κάνεις καρναβάλι». Δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο από τα δύο έπρεπε να ακούσει
σα συμβουλή. Πάντα σκεφτόταν πως από τους δύο δρόμους κάπου θα υπήρχε και
κάποιος άλλος, τρίτος, που θα ‘δινε τη λύση. Έπρεπε μόνο να βρει το δικό της
στίχο, αυτόν που θα ταίριαζε σε εκείνη και μόνο.
Πάντα τα δίπολα την τρόμαζαν. Ακόμα και όταν η
Κόρνους οδηγούσε. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει ποιο δρόμο της διχάλας να
διαλέξει εγκαίρως. Την τρόμαζαν τα διλήμματα, ειδικά αυτά που θα της στοίχιζαν
μια διαδρομή σε ένα λάθος δρόμο. Μα τι ήταν λάθος και τι σωστό δεν ήταν ποτέ
σίγουρη. Σίγουρα η ιδέα του προβλήματος την τρόμαζε περισσότερο από το ίδιο το
πρόβλημα. Γιατί η Κόρνους πάντα είχε λύσεις στο τσεπάκι της, και πάντα χαιρόταν
που θα ήταν αυτή που θα δώσει για όλα και για όλους τη λύση. Όμως τι έκανε για
εκείνη; Πολλές φορές θα διάλεγε ευχαρίστως να μην ακολουθήσει καμία πορεία και
απλά να συνεχίσει ευθεία. Στο πουθενά, στο κενό, στη μη επιλογή ή καλύτερα στην
επιλογή της απουσίας απόφασης.
Το Κάγκου
Αγαπάει δυνατά η Κόρνους. Και αγαπιέται ακόμα
δυνατότερα. Αγαπάει με όλη της τη δύναμη.
Όσο πιο πολύ αγαπάει τόσο περισσότερο φοβάται. Πριν κάποια χρόνια μου
είπαν πως είχε ερωτευτεί τρελά ένα πουλί. Ήταν ένα παράξενο και σπάνιο είδος,
που σπάνια μπορεί να συναντήσει κανείς στο δρόμο του. Ήταν ένα Κάγκου. Το είχε
πιάσει πριν πολλά χρόνια ένας κυνηγός από το σπίτι του, το δάσος της Νέας Καλυδονίας.
Ήταν σπάνιο είδος, πράγματι, και το μόνο ζωντανό μέλος της οικογένειας των
Ρινοκετιδών, λέξη με ελληνικές ρίζες. Είναι ένα φιλήσυχο πλάσμα και γίνεται
εύκολα στόχος των αρπακτικών που σπέρνουν το φόβο και το θάνατο στην περιοχή
του. Είναι πλάσμα που φημίζεται για την έντονη επιθυμία του να είναι κτητικό
και να υπερασπίζεται την περιοχή και ότι του ανήκει. Τρέφεται αποκλειστικά με
κρέας μικρότερων ζώων, κυρίως σκουλήκια και έντομα. Το σημαντικότερο
χαρακτηριστικό του, για την Κόρνους, είναι το γεγονός ότι είναι μονογαμικό.
Πάντα είχε αδυναμία, η Κόρνους, στα ζώα, όμως το γεγονός ότι το Κάγκου της ήταν
μονογαμικό, την έκανε ακόμη πιο ευάλωτη στην αγάπη του.
Στο πρόσωπό του Κάγκου της έβλεπε το φόβο της να
σβήνει. Έβλεπε στη μονογαμικότητά του την ίδια δίπλα του να το φροντίζει για
πάντα. Έβλεπε τον εαυτό της ευτυχισμένο και ήρεμο. Ήξερε πως το Κάγκου είναι
ενδημικό πουλί και ότι θα μπορούσαν πιθανότατα να ζήσουν για πάντα μαζί. Αυτή
και το κλεμμένο, ενδημικό, μονογαμικό και σπάνιο Κάγκου της.
Δεν είχε προγραμματίσει, όμως, κάτι. Πως το Κάγκου
ήταν κλεμμένο και πώς δύσκολα θα έβρισκε και πάλι την ελευθερία του ώστε να
πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του εύκολα. Και η Κόρνους δεν ήταν δίπλα του. Το
Κάγκου τώρα είχε αναγκαστικά αποδημήσει και δούλευε με υπομονή και δύναμη
πολλή, ώστε να δει και πάλι την αγαπημένη του πατρίδα. Και πάντα ήλπιζε κάτι
τέτοιο να γινόταν σύντομα. Όμως υπήρχε ένα πολύ συγκεκριμένο εμπόδιο μέχρι να
γίνει αυτό. Το συμβόλαιο και η υπογραφή
του πάνω σε αυτό. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να ξεπληρώσει την ομορφιά του, που τον
έκανε αιχμάλωτο σε ένα κλουβί, σε μια ξένη χώρα για χάρη ενός γεροαδιάφορου και
κακομούτσουνου κυνηγού όμορφων, εξωτικών και σπάνιων πουλιών της Νέας Καλυδονίας.
Όταν το είδε για πρώτη φορά η Κόρνους το
ερωτεύτηκε παράφορα. Το ήθελε μόνο δικό της. Το Κάγκου στην αρχή δεν ήξερε πώς
να συμπεριφερθεί. Σίγουρα του άρεσε η Κόρνους, όμως ήταν πολύ νωρίς για να
επιστρέψει, πολύ νωρίς για να λήξει το συμβόλαιο του. Μια μέρα, όμως, μετά από
πολύ καιρό, έξω από μια εκκλησία η Κόρνους και το Κάγκου ερωτεύτηκαν ταυτόχρονα
και κεραυνοβόλα και παράφορα. Τότε ακριβώς αντιστράφηκαν και οι ρόλοι.
Το Κάγκου, όντας πολύ κτητικό, ήθελε την Κόρνους
μόνο δική του. Αν και εγκλωβισμένο στην ξένη του χώρα, έβλεπε στο πρόσωπό της
το δικό του μονογαμικό ταίρι που θα το έφερνε κάποια ωραία μέρα πίσω στα χαμένα
εδάφη του. Δεν μπορούσε όμως να δεχτεί τη δική του απομόνωση και τη δική της
ελευθερία. Έτσι απαίτησε προβάλλοντας την αγάπη του να απομονώσει και τη δική
του θηλυκιά. Και για χάρη της αγάπης τους υπέγραψαν την καταδίκη τους, Και έτσι
κλείστηκε και αυτή σε ένα πανέμορφο, σιδερένιο κλουβί για να μοιράζονται από
κοινού την μονάκριβη και σπάνια αγάπη τους.
Η Κόρνους για να διώξει το φόβο της μοναξιάς της
και του πεπερασμένου των σχέσεων, δέχτηκε με μεγάλη χαρά να βάλει την υπογραφή
της και έτσι η σχέση τους καταδικάστηκε να κλειστεί και να μοιραστεί σε δύο
πανομοιότυπα και πανέμορφα κλουβιά, τα γνωστά κλουβιά της αγάπης.
Αυτά τα κλουβιά μοιράζονταν τα ίδια συναισθήματα και
κάποιες φορές μπορούσαν να ανοίξουν τις πόρτες τους, ώστε το Κάγκου και η
Κόρνους να ερωτεύονται και να σχεδιάζουν ελεύθεροι, στο κλουβί τους το ανέμελο
και κοινό τους, ελεύθερο μέλλον.
Η Κόρνους ήταν ευτυχισμένη αλλά αντιμετώπιζε τρία
βασικά προβλήματα σε αυτή τη σχέση. Της έλειπε η ελευθερία της, ο έρωτάς της με
το σπάνιο πουλί της και η μουσική της που μέχρι τότε πάντα τη συντρόφευε.
Το Κάγκου ήταν τόσο όμορφο και σπάνιο και σίγουρα
την αγαπούσε πολύ. Δε θα μπορούσε να θέλει τίποτε άλλο πέρα από αυτό. Δεν είχε
επιπλέον να διαλέξει ανάμεσα στο ένα ή το άλλο. Ήταν αυτό και μόνο αυτό. Είχε
πιστέψει πως επιτέλους βρήκε το δικό της μοναδικό της δρόμο. Όμως τώρα το σώμα
της είχε αρχίσει να αγανακτεί. Ήταν πολύ μεγάλο για το κλουβί που είχε
υπογράψει να μπει, ώστε να αγαπιέται με το πουλί της. Ένιωθε ακινητοποιημένη.
Το σώμα της πόναγε, έβλεπε συνέχεια το ίδιο σκηνικό και η μουσική της είχε
παγώσει. Η Κόρνους…
Αυτό ήταν! Έπρεπε να φύγει. Αυτή δεν ήταν πουλί
για να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα κλουβί…για να βρίσκεται εγκλωβισμένη
γενικότερα. Η Κόρνους ήταν λουλούδι. Και μάλιστα ένα λουλούδι τόσο απλό και
τόσο όμορφο. Δεν είχε εξωτικά χρώματα και περίεργη μορφή, τα φρούτα της δεν
ήταν σπάνια και το μέγεθός της τίποτα το εξαιρετικό. Είχε όμως κάτι το
ιδιαίτερα απλό, που την έκανε να ξεχωρίζει από πολλά πανέμορφα, στολισμένα και
αρωματικά λουλούδια. Ήταν πράγματι πολύ απλό για να ζει τόσο πολύπλοκα και
ταυτόχρονα πολύ όμορφο για να μαραθεί τόσο νέο. Αν και ιδιαίτερα μικρό στο
μέγεθός του, ήταν μεγάλο σε όνειρα και αισθήματα, παρόλα αυτά πολύ ευάλωτο. Για
λουλούδι οι κινήσεις του είναι εξαιρετικά γρήγορες και αν κάποιος φωτογράφος
θελήσει ποτέ να ακολουθήσει τις κινήσεις του, δύσκολα θα τις προλάβει με κάμερα
λιγότερο ικανή από 10.000 frames το
δευτερόλεπτο. Η Κόρνους είναι επίσης ένα λουλούδι ιδιαίτερα παραγωγικό. Οι
καρποί της μοιάζουν πολύ με αυτούς της φράουλας.
Ο αποχωρισμός…
Η τελευταία φορά που θυμάμαι την Κόρνους ανθηρή
και μοσχοβολάτη ήταν πριν να αποφασίσει να ξενιτευτεί για χάρη του Κάγκου της.
Δεν ξενιτεύτηκε, από ότι έμαθα λίγο αργότερα. Δεν τα κατάφερε, αν και
προσπάθησε πολύ σκληρά και με πολύ κόπο και όρεξη. Το άνθος της δεν ήταν ζωηρό.
Το απαλό χρώμα του είχε τώρα ξεθωριάσει και η καλοσχηματισμένη, απλή όψη του
είχε αρχίσει να γερνάει.
Ζήτησε από το Κάγκου να ακυρώσουν τη συμφωνία τους
γιατί αν συνέχιζαν έτσι, σίγουρα ένας απ τους δυο θα κατέληγε δυστυχισμένος,
κενός και το πιο πιθανό ήταν αυτή να μαραινόταν και να πέθαινε. Το Κάγκου δεν
μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο για δύο πολύ βασικούς λόγους. Πρώτον γιατί
γνώριζε πως καμιά υπογραφή δεν αθετείται και κυρίως γιατί δεν ήθελε να χάσει το
μονάκριβο ταίρι του. Η Κόρνους, όμως, με τη λίγη αντοχή και υπομονή που της
είχε απομείνει, έγειρε τον κορμό της προς την πόρτα του πανέμορφου κλουβιού της
και κατάφερε, με πολύ δυσκολία, να ελευθερωθεί. Ήταν ίσως η τελευταία φορά που
θα έβλεπε το αγαπημένο της πιστό και μονογαμικό Κάγκου της. Έγινε για μια ακόμη
φορά αυτό που φοβόταν. Η μοναξιά της ξαναχτύπησε την πόρτα και ο χρόνος που
μοιράζονται δύο όντα είχε ήδη δώσει την απάντησή του. Και το χειρότερο, ήταν
επιλογή της. Και αυτό την τρόμαζε πολύ. Φοβόταν να πάρει αποφάσεις για έναν και
μόνο λόγο. Ήταν ενοχική. Όπως και να ‘χει η Κόρνους αναγκάστηκε να αποφασίσει.
Και αποφάσισε.
Το τσιμεντένιο δάσος.
Όταν η Κόρνους κατάφερε να ανοίξει την πόρτα του
πανέμορφου, μικρού κλουβιού της, αποφάσισε πως είχε ανάγκη να βγει και να
περπατήσει. Έπρεπε να δώσει ξανά ζωή στο ακίνητο από μήνες σώμα της. Για
λουλούδι έπαιρνε γρήγορες αποφάσεις και ακόμη πιο γρήγορα κινούνταν προς αυτές.
Είχε ανάγκη από καθαρό, φρέσκο αέρα…και έπρεπε να κάνει κάτι για αυτό, γρήγορα.
Έτσι μια μέρα ξεκίνησε την πορεία της προς το δάσος…
Το δάσος αυτό δεν έμοιαζε πολύ με τα άλλα δάση που
είχε δει σε φωτογραφίες ή στην τηλεόραση. Ήξερε πολλά για τα δάση του
Αμαζονίου, του Καναδά, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ήξερε πολλά για τις
τούνδρες και τις στέπες. Παρακολουθούσε συχνά τέτοιου είδους ντοκιμαντέρ. Το “Planet Earth” και το “Home” ήταν τα αγαπημένα της. Μάλιστα πολλές φορές που
συζητούσαν με το αγαπημένο της Κάγκου ιστορίες για ζώα, αυτό πάντα αναρωτιόταν
πώς ένα λουλούδι μπορεί να γνωρίζει περισσότερα από ένα πουλί. Τέλος πάντων, το
δάσος αυτό όμως ήταν εξαιρετικά διαφορετικό σε σχέση με όλα τα προηγούμενα.
Αφού δεν είχε όνομα, η Κόρνους αποφάσισε να το
ονομάσει. Του έδωσε ένα όνομα, το Τσιμεντένιο Δάσος. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να το
χαρακτηρίσει. Εξωτερικά ήταν πολύ άσχημο και βρόμικο. Θα μπορούσε να μοιάζει
περισσότερο με ένα βρόμικο, σκοτεινό Ίδρυμα, παρά με ένα θαύμα της φύσης. Ήταν
φτιαγμένο από τεράστιους τοίχους, βρόμικους, κατεστραμμένους. Ερειπωμένους
χώρους, κλειστούς, τρομακτικούς, με βαριές αλυσίδες να τους αμπαρώνουν.
Αρχικά, αναρωτήθηκε αν ο δρόμος που είχε διαλέξει
ήταν και ο σωστός. Είχε όμως τόσο ανάγκη από ένα καινούριο μονοπάτι, που δε
δίστασε ούτε στιγμή για την απόφασή της να τον ακολουθήσει. Όταν άνοιξε την
κεντρική πύλη αντίκρισε κάτι πολύ παράξενο. Σε ένα μεγάλο τραπέζι ήταν όλοι
εκεί. Την περίμεναν όλοι. Μα πώς είναι δυνατόν, αναρωτήθηκε? Πώς γίνεται να
ξέρει κάποιος, από πριν, για την άφιξή της εκεί. Δεν είχε ενημερώσει ποτέ
κανένα.
Κάθισε δίπλα από μια μικρή κερασιά. Ήταν πολύ
όμορφη, λεπτεπίλεπτη και πολύ ανθισμένη. Οι κερασιές της άρεσαν πολύ της Κόρνους.
Και τώρα ήταν η εποχή που άνθιζαν και μοσχοβολούσαν. Γρήγορα έγιναν καλές
φίλες. Μαζί με την κερασιά γνώρισε και πολλά άλλα πλάσματα, ένα κογιότ, μία νεραντζιά,
μία αλεπού, έναν Μεξικανό, έναν κάκτο. Όλοι μαζί κάνανε σχέδια και όνειρα για
να ξαναζωντανέψουν το σκοτεινό και παραμελημένο τσιμεντένιο δάσος. Κάθονταν
ώρες ολόκληρες και συζητούσαν για τα μέρη που έχουν δει, για τα πλάσματα που
έχουν συναντήσει στο διάβα τους και για το πώς φαντάζονται τα πιο όμορφα μέρη
του κόσμου. Αν και διαφορετικά πλάσματα μεταξύ τους, παρόλα αυτά είχαν κάτι
κοινό. Αγαπούσαν να γνωρίζουν καινούριους κόσμους και να τους δημιουργούν, όταν
βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.
Το αγκάθι.
Η Κόρνους είχε γνωρίσει και είχε δει πολλά
πλάσματα στη ζωή της μέχρι τότε. Σίγουρα ήταν προνομιακό λουλούδι και σε αυτό
βοήθησε το ότι δεν έμοιαζε στα άλλα λουλούδια που μένουν προσηλωμένα στις ρίζες
τους και δεν αλλάζουν τοποθεσίες. Όχι. Η Κόρνους σε αυτό, ευτυχώς, έμοιαζε
περισσότερο με βροχή, παρά με λουλούδι. Μπορούσε να ταξιδέψει από μέρος σε
μέρος, να δει χιλιάδες διαφορετικά τοπία, να αγγίξει πολλά νέα εδάφη, να στεριώσει
για λίγο κάπου ή να φύγει όποτε το θελήσει, να γνωρίσει πολλά καινούρια πρόσωπα,
να δώσει και να πάρει ζωή. Έτσι κάπως βρέθηκε στο δρόμο της και ένα πραγματικά
παράξενο, μα πολύ όμορφο πλάσμα. Έμοιαζε πολύ με αγκάθι. Δεν ήταν όμως όπως όλα
τα άλλα αγκάθια που είχε γνωρίσει. Και είχε γνωρίσει διαφόρων τύπων αγκάθια.
Αγκάθια πάνω σε κάκτους, αγκάθια να πετάγονται από διάφορα παχύφυτα, αγκάθια να
στολίζουν πανέμορφα λουλούδια, αγκάθια δίπλα σε γλυκύτατους καρπούς, ποτέ όμως
δεν είχε αντικρίσει κάποιο αγκάθι που να φωνάζει τόσο πολύ την παρουσία του κι
όμως να κρύβει τόσο καλά την ιδιότητά του.
Σίγουρα τα αγκάθια είναι πολύτιμα για τα λουλούδια
που τα κουβαλούν. Χωρίς αυτά, είναι εύκολος στόχος και μπορεί να κοπούν και να
αχρηστευτούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Τα αγκάθια είναι ο πιστός τους
φύλακας και το μόνο που κάνουν είναι να τα προστατεύουν με τον καλύτερο τρόπο. Πληγώνοντας
τους εχθρούς τους. Δεν τους ενδιαφέρει η εμφάνισή τους. Γνωρίζουν την απλότητα της
εικόνας τους, ξέρουν όμως παράλληλα και τη δύναμη που κρύβουν. Τη δύναμη που τα
κάνει πασίγνωστα σε όλους τους εχθρούς τους, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της
γης και όχι μόνο.
Αυτό το αγκάθι την έκανε να το κοιτάει για ώρες.
Έβλεπε στο πρόσωπό του μια πολύ ήρεμη δύναμη και αυτό τη γέμιζε ενθουσιασμό. Πάντα
της άρεσαν τα πλάσματα που δε μίλαγαν πολύ και δυνατά. Και το αγκάθι αυτό είχε
το δικό του τρόπο να επιβάλλεται με την ηρεμία που έβγαζε από μέσα του. Ήταν
αρκετά ντροπαλό για το μέγεθος της έντασης που έκρυβε. Η Κόρνους κατάλαβε
αμέσως πως αυτό το πλάσμα θα της ξεδίπλωνε ένα όμορφο μυστικό. Και όντως έτσι
έγινε.
Η Κόρνους Νόρμαν Χάντεν και το αγκάθι βρέθηκαν στο
ίδιο μέρος, την ίδια στιγμή, για τον ίδιο λόγο. Τυχαία ή όχι, σύντομα έγιναν
αχώριστοι. Η Κόρνους, ένα όμορφο, μικρό λουλούδι από την Ιαπωνία, που ανθίζει
κάθε Μάη και το Αγκάθι, που δεν έχει
κανένα λόγο να ανθίσει σε καμία εποχή του χρόνου και που βασίζεται στην ομορφιά
και τη δύναμη που κρύβει μέσα του, ξεκίνησαν ένα όμορφο, καινούριο ταξίδι. Ένα
ταξίδι δίχως τέλος και συγκεκριμένο προορισμό. Ένα όμορφο ταξίδι που έκρυβε
πολλές καινούριες και μαγευτικές εικόνες.
Ώσπου ξαφνικά…
Δεν είχε περάσει αρκετή ώρα από το εσωτερικό
παραλήρημα της Κόρνους και από τις χιλιάδες εικόνες που πέρασαν σαν αστραπή από
μπροστά της, μέχρι που άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και τον κοίταξε μέσα στα
έντονα γαλαζοπράσινα δικά του. Πόσα πράγματα είχαν μεσολαβήσει, πόσοι άνθρωποι
είχαν μπει και είχαν αλλάξει τη ζωή τους, πόσα όνειρα γεννήθηκαν και πέθαναν
από τότε…
Στην αρχή δεν είπαν τίποτα, δε μίλησε κανένας τους.
Κάποτε η Κόρνους είχε λάβει από αυτόν ένα ξύλινο κουτί. Ένα κουτί που μετέφερε
ένα μήνυμα. Και το μήνυμα έλεγε πως ο καθένας από εμάς υπάρχει μόνο όταν ο
άλλος τον σκέφτεται και του το δείχνει. Και αυτός μετά από αυτό το μήνυμα έπαψε
να τη σκέφτεται και έπαψε να της το δείχνει.
Η Κόρνους ήταν μπερδεμένη, παρόλα αυτά δε
δυσκολεύτηκε να του μιλήσει. Και του μίλησε πρώτη. Θυμόταν χαρακτηριστικά τα
λόγια του που της είχε πει κάποτε «Μη φοβάσαι πως νιώθω εγώ, ξέρω να
προσποιούμαι πολύ καλά». Η Κόρνους όμως δεν ήξερε. Ήταν πολύ απλή για να
μπερδεύει τα συναισθήματά της με αυτά που άφηνε να φαίνονται προς τα έξω. Του
έπιασε το χέρι και του έγνεψε πως χάρηκε που τον έβλεπε μετά από τόσα χρόνια.
Κάθε δευτερόλεπτο που πέρναγε έμοιαζε με αιώνας. Ο
χρόνος είχε χάσει την αξία του και έπαιζε παιχνίδια στο μικρό μυαλό της. Δε
δίστασε ούτε στιγμή να του δείξει πόσο άνετη μπορούσε να σταθεί πια πλάι του.
Και ήταν αλήθεια. Είχαν απομυθοποιηθεί όλα όσα είχε πλάσει για αυτόν όλα αυτά
τα χρόνια. Είχε γνωρίσει καινούριους κόσμους, άλλους ξεκάθαρους, άλλους
ομιχλώδεις, άλλους έντονους και άλλους αδιάφορους. Όλοι αυτοί οι κόσμοι της
είχαν χαρίσει και από ένα όμορφο δώρο ο καθένας. Την έκαναν τώρα πια να
αισθάνεται οικία με κάθε κατάσταση και της έδωσαν τη δύναμη να μπορεί να σταματά
και να προχωρά όποτε κρίνει αυτή ότι έτσι πρέπει να γίνει, είτε επειδή το
αποφασίζει αυτή, είτε επειδή το αποφασίζουν οι άλλοι.
Δεν ένιωσε ούτε στιγμή θλίψη, φόβο ή λαχτάρα. Μέσα
της ήταν πολύ ξεκάθαρη για το πώς ένιωθε. Και ήταν σίγουρη πως ένιωθε πολύ
όμορφα που στη ζωή τελικά ποτέ δεν ξέρεις πόσος χρόνος αντιστοιχεί πραγματικά
στον καθένα. Ο μεγαλύτερος φόβος της έσβησε μπροστά στα μάτια της μέσα σε λίγα
δευτερόλεπτα. Και αυτό για την ώρα ήταν αρκετό.
Πάνω στη ζάλη της στιγμής τον έπιασε από το χέρι και
προχώρησαν τα πρώτα τους κοινά βήματα, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Και
ήταν βήματα σταθερά, σίγουρα και ξεκάθαρα. Περπάτησαν για δέκα λεπτά μαζί
ανάμεσα σε κόσμο που πήγαινε και ερχόταν. Ήταν τόσοι πολλοί έξω που σχεδόν δεν
μπορούσες να τους διακρίνεις ανάμεσα στο πλήθος. Από κάπου μπορούσες να
μυρίσεις ζεστό καφέ, σίγουρα φτιαγμένο από καλό χαρμάνι, από κάπου αλλού
μπορούσες να ακούσεις παλιές μουσικές, κυρίως ρεμπέτικα.
Ήταν Κυριακή, μεσημέρι τώρα πια, και η μέρα ήταν
ζεστή, αλλά το αεράκι που φύσαγε την έκανε ιδιαίτερα όμορφη. Δεν άργησαν να καθίσουν
σε ένα σκιερό καφενεδάκι, κοντά στην οχλοβοή, αλλά αρκετά απομονωμένο από αυτή,
ώστε να μπορέσουν να ανταλλάξουν όλα τα συναισθήματά που είχαν κλειδώσει τόσο
καιρό μέσα τους. Όλα αυτά, ενώ από τα ηχεία του καφενείου άκουγε κανείς «Το
γελεκάκι» από τη Σωτηρία Μπέλλου. Ο καφές δεν άργησε να έρθει, ενώ στα πόδια
τους μια μικρή ταρταρούγα γάτα κούναγε την ουρά της, περιμένοντας κάποιο χάδι…πράγμα
που δεν άργησε να το πάρει, η πονηρή!
Ήταν και οι δύο πολύ χαρούμενοι και ένα απέραντο
χαμόγελο είχε απλωθεί στα όμορφα πρόσωπα τους. Δεν υπήρχε λόγος να βιαστούν να
πουν κάτι. Ήδη όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα. Ο ένας ήταν κομμάτι του άλλου και οι δύο
το γνώριζαν πολύ καλά. Δύο κομμάτια ανεξάρτητα, μοναδικά, ελεύθερα. Δύο
κομμάτια που είχαν να μοιραστούν ένα κοινό παρελθόν και ένα όμορφο, μοναδικό
και ανεπιστρεπτί παρόν. Και αυτό ήταν που είχε αξία εκείνη τη στιγμή. Το μέλλον
δεν είχε ποτέ σημασία ούτως ή άλλως. Όχι τώρα πια, για την Κόρνους τουλάχιστον.
Ο ιππότης άρχισε να μιλάει πρώτος. Δε συνήθιζε να
μιλάει πολύ. Η Κόρνους, όμως ποτέ δεν τον είχε γνωρίσει έτσι όπως τον
περιέγραφαν όλοι. Αντιθέτως! Με την Κόρνους, ο γκριζομάλλης ιππότης ήταν πάντα
ομιλητικός, πάντα χαμογελαστός, πάντα ευδιάθετος…τουλάχιστον στις καλές μέρες
της σχέσης τους. Όμως, όλες οι άσχημες μέρες είχαν περάσει, όπως ακριβώς περνάει
και χάνεται κάθε άσχημη μέρα, μέσα ή έξω από οποιοδήποτε νοσοκομείο.
Της περιέγραφε τη ζωή του μέχρι και την ώρα που
αποφάσισε να κάνει το ταξίδι της επιστροφής. Είχε μπει και αυτός σε διάφορους
κόσμους. Άλλους μαγευτικούς, άλλους τρομακτικούς, άλλους μικρούς και άλλους
μεγάλους. Είχε νιώσει πολλές φορές τη ζεστασιά μια όμορφης αγκαλιάς και είχε
σκύψει άλλες τόσες φορές το κεφάλι για την απώλεια ενός γλυκού χαδιού στο
πρόσωπο, στο χέρι, στο στόμα. Όμως είχε μια γλυκύτητα στα λόγια του που έκανε
την Κόρνους να νιώθει αγαλλίαση. Ήταν και οι δύο ιδιαίτερα ευαίσθητοι και αυτό
έδινε δύναμη στην Κόρνους. Της έδινε δύναμη γιατί εκείνος μπορούσε να
περιγράφει όλους τους δρόμους της ζωής του με τόση ηρεμία, που θα θαρρούσε
κανείς πως θα ήταν μάλλον ασήμαντοι ώστε να μην του έχουν αφήσει σημάδια. Όμως,
όχι, δεν ήταν έτσι. Κάθε δρόμος δέχεται και αφήνει σημάδια. Άλλωστε οι δρόμοι
αυτόν ακριβώς το σκοπό έχουν. Και η σχέση τους σίγουρα δεν ήταν ασήμαντη για
κανέναν από τους δύο, ούτως ή άλλως.
Είναι όμορφο να ξεδιπλώνονται όλα με τόση άνεση,
σκέφτηκε η Κόρνους. Ξαφνικά βιώνεις έναν κόσμο και συνειδητοποιείς πόσοι άλλοι
, εκατοντάδες, χιλιάδες άλλοι κόσμοι μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτόν τον
ένα. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Κάθε κόσμος θα ήταν ασήμαντος και
αδιάφορος χωρίς την παρουσία άλλων κόσμων γύρω του. Σαν μια πόλη που κάθε σπίτι
είναι ίδιο, κάθε πλάσμα πανομοιότυπο με το άλλο και κάθε κίνηση απαράμιλλα ίδια
με όλες τις άλλες. Πώς θα μπορούσε ένας κόσμος να εξελιχθεί, χωρίς να έχει τη
χαρά να αντικρίσει καινούριους κόσμους. Χωρίς τη χαρά να θέλει να επιδείξει τις
δικές του ομορφιές σε ξένους κόσμους, που έχουν ακριβώς την ίδια ανάγκη με
αυτόν; Όχι ένας τέτοιος μονόχνοτος κόσμος δε θα είχε καμία αξία, κανένα νόημα.
Έτσι ακριβώς και οι σχέσεις.
Ήταν, πια, πολύ χαρούμενη για την εξέλιξη της
καλοκαιρινής, κατά τα άλλα συνηθισμένης μέρας της. Ήταν μια ανατροπή, που και
αυτή με τη σειρά της, της άλλαξε πορεία…κυριολεκτικά. Κάπως έτσι, όπως αλλάζουν
πορεία στις ζωές των πλασμάτων όλες οι ανατροπές της ζωής τους.
Μίλαγαν πολλές ώρες. Η μέρα είχε αρχίσει να
χάνεται. Τώρα ο ήλιος είχε πάρει ένα πυρρόξανθο χρώμα και το αεράκι ήταν λίγο
πιο ζωηρό σε σχέση με την ηρεμία που επικρατούσε λίγες ώρες νωρίτερα. Ένα
συννεφάκι είχε αρχίσει να σχηματίζεται και σε λίγο θα πέρναγε μπροστά από τον σχεδόν
πορτοκαλί ήλιο, που έμοιαζε να κοκκινίζει από την ντροπή του για την παρουσία
ενός τόσο όμορφου πλάσματος, όπως ένα λευκό, ημιδιαφανές και φουντωτό
συννεφάκι. Λογικό, αν το σκεφτεί κανείς…ο καθένας θα κοκκίνιζε έχοντας ένα τόσο
όμορφο και εύθραυστο πλάσμα να περνάει κουνιστό και λυγιστό δίπλα του.
Δεν υποσχέθηκαν ότι θα ξαναβρεθούν. Άλλωστε οι
υποσχέσεις που είχαν ανταλλάξει κάποτε δεν είχαν καμία αξία, αφού δεν
πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Όμως η ζωή ήταν σίγουρο πως, θα τους ξαναέφερνε στον
ίδιο δρόμο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και ήταν σίγουρα καλύτερα έτσι…ο
χρόνος πλέον δεν θα είχε ξανά ποτέ την ίδια βαρύτητα που θα του έδινε μια
υπόσχεση, ένα βλέμμα, μια κίνηση.
Ήταν η αγαπημένη ώρα της ημέρας για την Κόρνους.
Θυμάμαι χρόνια τώρα μου έλεγε πως ένιωθε την αλλαγή αυτή της ώρας να της
ανοίγει την καρδιά και να την κάνει ευτυχισμένη. Πολλές φορές, μάλιστα,
καθόμασταν και τρώγαμε παγωτό πάνω στη γέφυρα και κοιτάγαμε το ποτάμι από κάτω
μας και τον ήλιο να δύει, παρέα. Τη θυμάμαι τόσο χαρούμενη, δίπλα μου, με το
παγωτό στο χέρι και το ποτάμι να ταξιδεύει κάτω από τα πόδια μας. Δεν είχα ποτέ
τη δυνατότητα να περάσω πολλές ώρες μαζί της, όμως μετά από τόσα χρόνια, μπορώ
σχεδόν με σιγουριά, πια, να μιλάω για εκείνη. Και από όσα ξέρω και όσα μου
διαφεύγουν ένα είναι σίγουρο. Πως το σούρουπο την κάνει πραγματικά ευτυχισμένη.
Ειδικά όταν το μοιράζεται με καλή παρέα.
Η επιστροφή
Το ρολόι έδειχνε οχτώ και σαράντα το βράδυ. Είχε
ανοίξει η πόρτα του τραμ και πολύς κόσμος περίμενε να μπει σε αυτό για να
ξεκινήσει ή να τελειώσει την ημέρα, τη νύχτα του. Η Κόρνους φόρεσε τα ακουστικά
της και άνοιξε το mp3 της. Επέλεξε να ακούσει
όλο το άλμπουμ των Morcheeba, Charango. Είχε καιρό να ακούσει κάτι τόσο αισθαντικό και
μελωδικό. Και η ψυχολογία της, τώρα, χρειαζόταν ακριβώς κάτι τέτοιο. Κοίταζε
έξω από τα τζάμια. Η πόλη κινούνταν και πάλι, ανάποδα. Με φόντο έναν
γαλαζοκόκκινο ουρανό που σιγά σιγά γινόταν όλο και πιο σκούρος.
Γύρισε
σπίτι της μετά από λίγη ώρα. Δε θα μπορούσε όμως να αντέξει τους τοίχους που θα
την περιέβαλαν. Μετά από ένα τέτοιο άνοιγμα στη ζωή της, ξαφνικά, οι τέσσερις
τοίχοι σίγουρα τώρα θα την καταπίεζαν. Και της Κόρνους δεν της άρεσε η
καταπίεση κανενός είδους. Έτσι πριν γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά, δυνάμωσε
τη μουσική της και κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Τώρα άκουγε το Lola’s
Theme από τους Shapeshifters. Το αεράκι που είχε ξεμυτίσει νωρίτερα, τώρα είχε
δυναμώσει και έκανε τους φοίνικες και το φόρεμά της Κόρνους να ανεμίζουν όμορφα
στο ρυθμό του.
Κάποια παιδιά έτρεχαν, ένα ζευγάρι ήταν πιασμένο
χέρι χέρι και περπάταγαν αγαπημένοι δίπλα στη θάλασσα, κάποιοι μεγαλύτεροι σε
ηλικία είχαν βγάλει βόλτα τα εγγονάκια τους και έτρωγαν ζεστό καλαμπόκι. Η
θάλασσα είχε αγριέψει λίγο, έτσι για να κρατάει συντροφιά στη μουσική που
έβγαζε ώρες ώρες το καλοκαιρινό αεράκι της Αττικής. Οι γλάροι είχαν γυρίσει από
ώρα στις φωλιές τους, όμως υπήρχαν ακόμη κάποιοι που αλήτευαν από πάνω της και
χάζευαν τον κόσμο από ψηλά.
Πέρναγε από μέρη που της θύμιζαν καταστάσεις. Τα
ίδια μέρη, άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι…άλλα μέρη. Εδώ είχε καθίσει για να
κλάψει, εκεί για να σκεφτεί, πιο κάτω για να φιλήσει, λίγο πιο πέρα για να
χωρίσει, εκεί πιο κάτω για να ξανά ερωτευτεί. Όλα είχαν να διηγηθούν και από
μια ιστορία. Άλλη όμορφη, άλλη λυπητερή, όμως όλα είχαν αποκτήσει ζωή από τη
ζωή της. Είχε δανειστεί κάποτε κάτι από τη μαγεία τους και τώρα πλήρωνε το
τίμημα των αναμνήσεων που είχε επιτρέψει σε αυτά τα μέρη να γεννηθούν. Και τότε
θυμήθηκε το “Some Paths” του αγαπημένου της Mishka.
Η επόμενη μέρα.
Ξύπνησε με ένα αίσθημα χαράς. Απρόσμενης χαράς.
Είχε καιρό να ανοίξει τα μάτια της ένα πρωινό και στα χείλη της να διαγράφεται
ένα τόσο ζωηρό χαμόγελο. Δε θυμόταν να έφταιγε κάποιο ευχάριστο όνειρο για
αυτό. Άλλωστε πάντα θυμόταν τα όνειρά της η Κόρνους. Ίσως να έφταιγε η
προηγούμενη μέρα με την έκπληξη που της επιφύλαξε, ίσως όχι. Όπως και να έχει
ήταν ένα από τα ομορφότερα πρωινά ξυπνήματα της ζωής της.
Σηκώθηκε χωρίς πολλά πολλά, όπως συνήθιζε να κάνει
όταν είχε αισθήματα ευφορίας. Έπρεπε να αρπάξει την ημέρα από τα μαλλιά και να
τη γεμίσει με όσα περισσότερα πράγματα μπορούσε. Ήταν σε ψυχική και
συναισθηματική έξαρση για να δώσει στην ημέρα της την καλύτερή της διάθεση.
Έριξε γρήγορα δροσερό νερό στο πρόσωπό της και το κοίταξε στον καθρέφτη. Του
έκλεισε πονηρά το μάτι, φόρεσε το λαμπερό της χαμόγελο, το πρώτο φόρεμα που
βρήκε μπροστά της όταν άνοιξε τη ντουλάπα της, έβαλε τα αγαπημένα της πάνινα παπούτσια
και πετάχτηκε έξω από το σπίτι. Ανέβηκε στη βέσπα, φόρεσε το κράνος, άναψε τη
μηχανή και ξεκίνησε τη βόλτα της. Ήθελε να επισκεφτεί ένα μέρος που της άρεσε
πραγματικά πολύ. Απείχε μόλις είκοσι λεπτά από το σπίτι και θα μπορούσε να
καθίσει δίπλα στα κύματα της θάλασσας, που τόσο αγαπούσε.
Η παραλία ήταν ήσυχη, αρκετά ήσυχη για την εποχή.
Λίγος κόσμος μόνο είχε ήδη προλάβει να την επισκεφτεί πριν την Κόρνους, και
κυρίως ηλικιωμένοι που έπαιρναν το πρωινό τους μπάνιο στη θάλασσα. Η ώρα ήταν 8
το πρωί και ο ήλιος ήταν ακόμη πολύ γλυκός. Το αεράκι που είχε κάνει την
εμφάνισή του την προηγούμενη ημέρα, τώρα ήταν λίγο πιο δυνατό, ότι έπρεπε για
να βρίσκεται κανείς σε μια ερημική παραλία, δίπλα στα κύματα της θάλασσας,
ακούγοντας τα πλατσουρίσματά του νερού στην ακρογιαλιά και τον μονότονο, αλλά
τόσο ζωντανό ήχο των τζιτζικιών που χαίρονταν τη σκιά των λιγοστών πεύκων που
βρίσκονταν διάσπαρτα τριγύρω.
Η ζωή μπροστά.
Δεν άργησε να ξυπνήσει. Αν και δε θυμόταν πόσο
αργά την είχε πάρει ο ύπνος το προηγούμενο βράδυ, το πρωί σηκώθηκε αρκετά
νωρίς, χωρίς δεύτερη σκέψη. Σηκώθηκε γιατί εκείνο το πρωινό ήταν από αυτά που
δεν μπορούσε ποτέ να αντέξει. Πήγε στο μπάνιο για να σκουπίσει τα δάκρυα από το
πρόσωπό της. Είχαν περάσει από μπροστά της στιγμές όμορφες από το παρελθόν.
Ζούσε το παρόν τώρα και δεν της άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε. Η ζωή έχει τους
δικούς της κανόνες και όσο σοφός και αν είναι κάποιος, ωστόσο δεν μπορεί να
τους δαμάσει. Έτσι ακριβώς ένιωθε, ανίκανη να δαμάσει τη ζωή και σίγουρα
καθόλου σοφή για να μπει στον κόπο να το προσπαθήσει.
Μετά από λίγα λεπτά χτύπησε το τηλέφωνο και άκουσε
την πιο ευχάριστη είδηση που θα μπορούσε να ακούσει σε εκείνο το κατάμαυρο
παρόν εκείνης της κατάφωτης καλοκαιρινής ημέρας. Της είπαν πως θα μπορούσε
πλέον να κάνει και πάλι τα πρώτα της βήματα. Βήματα πολύ σημαντικά, που θα την
έβγαζαν από μια ανυπόφορη, για χρόνια, στασιμότητα. Θα μπορούσε και πάλι να
ανοίξει την καρδιά της και να κοιτάει μπροστά βασιζόμενη στις δικές της
δυνάμεις. Κάπου είχε διαβάσει η Κόρνους πως «Όσο διαψεύδεται η ελπίδα, τόσο
εξουδετερώνεται ο φόβος». Τώρα δεν είχε πια να ελπίζει σε κάτι. Το μέλλον της
είχε ανοίξει μια πόρτα ειδικά για αυτήν, για να μπορέσει να πατήσει και πάλι
στα πόδια της. Και αυτή, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να μπει και να
ακολουθήσει το δρόμο της, το συγκεκριμένο δρόμο. Τώρα δεν είχε πια να φοβάται
κάτι. Είχαν παρθεί οι επιλογές από παντού. Οι δρόμοι είχαν ανοίξει. Το μόνο που
είχε να κάνει είναι να ζήσει το παρόν της. Ούτε να αναμοχλεύει το παρελθόν, που
τώρα πια είχε περάσει, ούτε να ελπίζει και να φοβάται για το μέλλον, το οποίο
θα ερχόταν ούτως ή άλλως πολύ σύντομα για να της ανοίξει τα χαρτιά του. Τα
μονοπάτια ήταν μπροστά της, και ήταν ώρα να διαλέξει. Δε γινόταν άλλο να
ελπίζει στην πιθανότητα όλα να συμβούν στο μέλλον. Ήθελε όλα να συμβούν εκείνη
τη στιγμή, ακόμη και με σοβαρές πιθανότατα απώλειες.
Περί ύπαρξης θεώρημα.
Η Κόρνους πάντα προβληματιζόταν για τη σχέση της
με το χρόνο. Ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο κυλάει και παρασύρει μαζί του
τον κόσμο γύρω του-και αυτήν μαζί-την έβαζαν πάντα σε σκέψη. Ο χρόνος σαν
παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αυτός ο χρόνος ο πολυδιάστατος και όμως ο τόσο
στιγμιαίος και φευγαλέος. Ο χρόνος που χωρίς το χώρο και ότι κινείται σε αυτόν
δε θα είχε κανένα νόημα.
Η ζωή σαν ανάμνηση, σε κάποια άλλη διάσταση, του
ίδιου μας του εαυτού και η ύπαρξη του παρόντος σαν απειροελάχιστος χρόνος, που
μοιράζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον – και κατά συνέπεια χάνει τη
μονοδιάστατη αξία του – αφού δεν πιάνεται στην πραγματικότητα, αποτελούν
σκέψεις που την απασχολούσαν χρόνια τώρα. Η ύπαρξη του μέλλοντος χρόνου, έστω
και του πιο άμεσου είναι δεδομένη, όσο δεδομένη είναι και η ύπαρξη του
παρελθόντος, με τη μορφή αναμνήσεων, αλλά και με ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτό.
«Αν θέσουμε το ερώτημα αν υπάρχει μέλλον, με βάση
την τωρινή υπόσταση του σύμπαντος κόσμου και όλων των θεωριών που επιβάλλουν
την ύπαρξή του με τη μορφή που γνωρίζουμε, η απάντηση είναι…ναι? Και αν είναι
ναι, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε πως το μέλλον θα έχει γραμμένη κάπου την
ιστορία που βιώνουμε σήμερα, αλλά αδυνατούμε να γνωρίζουμε τις επιπτώσεις των
πράξεών μας? Αν η απάντηση είναι και πάλι ναι, τότε δεν προκύπτει το ερώτημα ”
Αν υπάρχει μέλλον, και αυτό κάποια στιγμή στο μέλλον που εμείς αγνοούμε έχει
γράψει μια ιστορία για το παρόν που βιώνουμε σήμερα και απλά δεν είμαστε ικανοί
να γνωρίζουμε τις συνέπειές του, μήπως αυτό συμβαίνει γιατί το παρόν είναι ήδη
δηλωμένο να γίνει έτσι?»
Εδώ, βέβαια, η Κόρνους δε μείωνε τη δύναμη και
ικανότητα της ανθρώπινης επιλογής για το μέλλον που θέλει να ορίσει ο καθένας
από εμάς για τον εαυτό του. Αντιθέτως, την εισήγαγε στο ενδεχόμενο οποιαδήποτε
επιλογή του να είναι κομμάτι αυτής της μη αναγνωριστικής διαδικασίας.
Κατά συνέπεια, αναρωτιέται κανείς κατά πόσο
υπάρχουμε στην πραγματικότητα 100% ή κατά πόσο νομίζουμε πως ζούμε, επιλέγουμε
και ορίζουμε το ήδη στο μέλλον προδιαγεγραμμένο μέλλον μας…
Θυμάμαι πάντα που όταν κάναμε τέτοιου είδους
συζητήσεις μου έφερνε διάφορα παραδείγματα από το περιβάλλον που γνωρίζουμε.
Και για την προκείμενη συζήτηση μου έθετε το παράδειγμα της μύγας. Μου έλεγε «ας πάρουμε το παράδειγμα της μύγας
μέσα στο αμάξι που κινείται. Η μύγα κινείται μαζί με την κίνηση του αμαξιού,
όμως αδυνατεί, λόγω φύσης, να αντιληφθεί αυτή τη διπλή κίνηση που γίνεται. Τη
δική της στο χώρο του αμαξιού και του αμαξιού σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο,
για να μην αναφέρω την κίνηση του κόσμου σε σχέση με το σύμπαν κ.ο.κ.»
Μετά συνέχιζε με άλλα παραδείγματα, για παράδειγμα
θυμάμαι που πόσο παραστατική ήταν όταν μου έλεγε «Ας φύγουμε τώρα από τη μύγα
και ας ζωγραφίσουμε έναν κύκλο και μια ευθεία γραμμή. Ας υποθέσουμε πως ο
κύκλος, η ευθεία γραμμή ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα ορίζει το χρόνο. Πρέπει εδώ να
παραθέσω τα λόγια του Kant που λένε πως το χρόνο τον αντιλαμβανόμαστε μόνο μέσα
από μεταφορές που εμπλέκουν τον χώρο. Ας τοποθετήσουμε μια κουκκίδα σε αυτή τη
γραμμή, την ευθεία ή την κυκλική, και ας βάλουμε τον εαυτό μας εκεί, στον
παροντικό χρόνο. Έχουμε πλήρη αντίληψη της ύπαρξής μας στον χώρο, είτε αυτός
είναι γραμμικός – άρα μη επαναλαμβανόμενος, είτε κυκλικός – άρα
επαναλαμβανόμενος -. Άλλα όπως και η μύγα νομίζει πως ο μόνος πραγματικός χώρος
είναι ο δικός της, μήπως και εμείς όντας στην κουκκίδα μας νομίζουμε πώς
είμαστε όπως είμαστε? Μήπως αν κοιτάζαμε την κουκκίδα μας από αλλού, όπως και ο
άνθρωπος κοιτάει τη μύγα, τα πράγματα να έπαιρναν άλλη αξία?»
Πάντα τη χάζευα την Κόρνους όταν μίλαγε.
Ταξιδεύαμε μαζί σε κόσμους που έφτιαχνε στο μικρό της μυαλό και χανόμασταν
παρέα σε αυτούς. Κάθε φορά που μου μίλαγε για τους κόσμους που έπλαθε εγώ
κράταγα το κεφάλι μου με τα χέρια μου και απολάμβανα τις εικόνες που μου
ζωγράφιζε στη φαντασία μου με τα μάτια κλειστά. Αν μάσαγα και κανένα φύλλο, ή
μόσχο από σιτάρι θα έμοιαζε με την τέλεια εικόνα ανεμελιάς και ευτυχίας.
Δεν ξέρω πώς ακριβώς θα μπορούσα να χαρακτηρίσω
την αγαπημένη μου Κόρνους. Για λουλούδι, και μάλιστα για ένα τόσο μικρό και
απλό λουλούδι, θα έλεγα πως ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκη.
Της άρεσε πάντα να διευρύνει το νου της και να
μαθαίνει καινούρια πράγματα, να συζητά με τις ώρες και να ακούει ιστορίες από
διάφορους κόσμους, λες και ήθελε να τους κάνει δικούς της. Ο αγαπημένος της
ήρωας ήταν ο Ατρέιου, που στα ινδιάνικα σημαίνει παιδί όλου του κόσμου. Ήταν ο
μικρός, αλλά τόσο ατρόμητος ήρωας από το καταπληκτικό βιβλίο «Ιστορία δίχως
τέλος» του Michael Ende. Έτσι και η Κόρνους, ένιωθε πως ανήκει παντού και
πουθενά. Ένιωθε πως και η ίδια ήταν παιδί όλου του κόσμου. Αυτό ίσως να
οφείλεται στο ότι την χαρακτήριζε ένας παιδικός ενθουσιασμός σε όλα και ότι
πολύ εύκολα την κούραζαν οι ίδιες και οι ίδιες καταστάσεις. Της άρεσε να πετάει
ψηλά την καρδιά της και να ορμάει να την πιάσει. Της άρεσε να νιώθει οικία με
όλες τις καταστάσεις και όλους τους τόπους, όλους τους ανθρώπους και όλα τα
μέρη.
Ήταν έξυπνη
και είχε πάντοτε μια ευχάριστη διάθεση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Δε
ντρεπόταν ποτέ να κλάψει μπροστά μου. Ακόμη και μπροστά σε οποιονδήποτε άλλο.
Όσο εύκολο της ήταν να ξεσπάσει σε γέλια μέχρι δακρύων, άλλο τόσο εύκολο της
ήταν να ξεσπάσει σε λυγμούς που την έπνιγαν. Για αυτό την αγαπώ ακόμα και τώρα
την Κόρνους. Γιατί δεν μπορούσε να είναι ποτέ πολύ κοντά με τον κόσμο γύρω της,
γιατί ήταν τόσο πολύ κοντά μόνο με ίδιο της τον εαυτό. Έναν εαυτό που πολλοί δυσκολεύονταν
να καταλάβουν. Μα πάνω απ’όλα η Κόρνους ήταν φίλη μου, το πιο φωτεινό βλέμμα
που αντίκρισε το δικό μου βλέμμα. Ήταν αρκετή μόνο μια στιγμή, όταν ενώθηκαν τα
βλέμματά μας σε μια κατάλευκη αίθουσα, για να ζωντανέψει μέσα μου ένα από τα
πιο δυνατά συναισθήματα που έχω νιώσει μέχρι τώρα για λουλούδι. Και αυτό δε θα
μπορούσε να συμβεί αν δεν ήταν η Κόρνους απέναντί μου.